"Ίσως, όταν ξαναϊδωθούμε να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον, έτσι που επιτέλους, να μπορέσουμε να γνωριστούμε." &line; ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026
Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978) Οι αποστάτες της θάλασσας
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ’ το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ’ αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
– έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούριου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ’ απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)
Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντίλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να ’γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)
Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κι ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να ’σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν – το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ’ αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ’ αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κι είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν’ ακούσεις τον απόηχο του δάσους
–χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό– χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να ’ναι φρουρός στον ύπνο μας ν’ αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.
Πηγή: Ακόμα τούτη η άνοιξη (1946), στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974 Αθήνα: Καστανιώτης 1978.
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
MΙΧΑΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ Μετά Το Ναυάγιο
Στίχοι: Μιχάλης ΤερζήςΜουσική: Μιχάλης ΤερζήςΝά `μαι λοιπόν εδώ μετά το ναυάγιο μόνος σε μια σχεδία, στη μέση του πελάγου, στο πουθενά του κόσμου. Τίποτα απ’ τα υπάρχοντά μου δεν μπόρεσα να σώσω, παρά μονάχα μιαν ιδέα και μια εικόνα από τα μάτια σου, η μόνη συντροφιά μου. Νά `μαι λοιπόν εδώ μετά το ναυάγιο ανάμεσα στα κύματα, να ψάχνω την αιτία και τη χαμένη ρότα Τίποτα απ’ τα υπάρχοντά μου δεν μπόρεσα να σώσω, οι φίλοι μου χαθήκανε πλανιώνται στους βυθούς σαν τύψεις, στο πουθενά του κόσμου. R Τι έφταιξε τι έφταιξε, ποια ήταν η αιτία, όλοι μιλούν για χίλιες εκδοχές όμως εγώ μονάχα ξέρω να σας πω, ποια ήταν η αιτία.. Ήθελα περισσότερα από όσα μπορούσα κι απ’ όσα είχα ανάγκη. |
Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026
Ερωτικό Κάλεσμα - Μενέλαος Λουντέμης
Έλα κοντά μου. Δεν είμαι η φωτιά.
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Γιάννης Τσιαντής : “ΠΕΤΡΟΚΑΡΑΒΑ” (προδημοσίευση)
“ΠΕΤΡΟΚΑΡΑΒΑ”
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026
Βορεινό παράθυρο - Νένα Βενετσάνου
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026
Simon & Garfunkel - The Sound of Silence (from The Concert in Central Park)
Simon and Garfunkel - The Sound of Silence (1966)
Simon & Garfunkel - Scarborough Fair (from The Concert in Central Park)
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026
Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026
Ναπολέων Λαπαθιώτης: Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ,
Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ,
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ – ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ (Κυριακή 20 Αυγούστου 1939)
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ – Γιώργος Σεφέρης
Σελίδες Ημερολογίου
…Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;
με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,
ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;
∞
Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις
μες την κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,
οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται
καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.
«Γνωρίζετε, αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα
είναι η αρχή εξ ης το ανθρώπινο γένος κατάγεται»
κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,
κι ο Μακρυγιάννης σάπιος απ’ τις πληγές
δύο στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι˙
το χέρι χωρίς κόκκαλα και σίδερα στη γαστέρα
για να κρατιούνται τ’ άντερα-
γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο
γράφοντας γράμματα στο Θεό.
Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;
με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,
ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;
Ήταν ένας άντρας από δω
γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκοίνο
κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα
κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.
…
Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, η άσφαλτος λιώνει
τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν
κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα
Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις
έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη
και σκούζω νύχτα μέρα απ’ τις πληγές μου.
Τούτο γινότανε στις δεκατρείς
τουτ’ νού του μήνα (Αύγουστος 1853)
Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές
έκανε την κατ’ οίκον έρευνα χωρίς ν’ αφήσει τίποτε˙
κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)
κι ο άλλος κοντός κι αρχάριος
ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι
ποιος ήταν ο καλόγηρος που χάρισε
του στρατηγού το κομπολόι
τόσο ασυνήθιστα μακρύ.
Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος
Πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς
Στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ – ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1939
