Share

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Χάρης 1944 - Αννόβερο 1972 - Φαραντούρη - Πανδής - Σαγιόνμαα

Από τον κύκλο τραγουδιών «Αρκαδία VIII» Ποίηση:Μανώλης Αναγνωστάκης Σύνθεση:Μίκης Θεοδωράκης Από συναυλία στο Αννόβερο 1972 Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας. Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα 'ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα. Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας. Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι. Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη. Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι. Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ' αφτί: "Πέθανε ο Xάρης", "σκοτώθηκε" ή κάτι τέτοιο, λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα. Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα 'χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα. Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας. Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει. Δεν είμαστε όλοι μαζί, δυο τρεις ξενιτεύτηκαν. Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ' ένα φέρσιμο αόριστο. Κι ο Xάρης σκοτώθηκε. Φύγανε κι άλλοι. Μας ήρθαν καινούριοι. Γεμίσαν οι δρόμοι. Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες. Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια. Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπάνε ανελέητα τα τείχη, ξεχώρισες μια, είν' η δική του, π' ανάβει μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας. Eίν' η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος π' αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος και σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.

Theodorakis Neruda America Insurecta 1974


Canto General - América insurrecta (1800)

Nuestra tierra, ancha tierra, soledades,
se poblò de rumores, brazos, bocas.
Una callada sìlaba iba ardiento,
congregando la rosa clandestina,
hasta que las praderas trepidaron
cubiertas de metales y galopes.
 
Fue dura la verdad como un arado.
 
Rompiò la tierra, estableciò el deseo,
hundiò sus propagandas germinales
y naciò en la secreta primavera.
Fue callada su flor, fue rechazada
su reuniòn de luz, fue combatida
la levadura colectiva, el beso
de las banderas escondidas,
pero surgiò rompiendo las paredes,
apartando las càrceles del suelo.
 
El pueblo oscuro fue su copa,
recibiò la substancia rechazada,
la propagò en los lìmites marìtimos,
la machacò en morteros indomables.
Y saliò con las pàginas golpeadas
y con la primavera en el camino.
Hora de ayer, hora de mediodìa,
hora de hoy otra vez, hora esperada
entre el minuto muerto y el que nace,
en la erizada edad de la mentira.
 
Patria, naciste de los leñadores,
de hijos sin bautizar, de carpinteros,
de los que dieron como un ave extraña
una gota de sangre voladora,
y hoy naceràs de nuevo duramente,
desde donde el traidor y el carcelero
te creen para siempre sumergida.
 
Hoy naceràs del pueblo como entonces.
Hoy saldaràs del carbòn y del rocìo,35
Hoy llegaràs a sacudir las puertas
con manos maltratadas, con pedazos
de alma sobreviviente, con racimos
de miradas que no extinguiò la muerte,
con herramientas hurañas
armadas bajo los harapos.
https://lyricstranslate.com

Μανώλης Μητσιάς - Το κελί - Official Audio Release

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης Ο κόσμος είναι ένα κελί κι εμείς φυλακισμένοι Δίχως αιτία αμαρτωλοί και καταδικασμένοι Κι όταν ανοίγει η φυλακή την ώρα που βραδιάζει Σ’ ένα σοκάκι παρακεί ο Χάρος μας αρπάζει Ο κόσμος είναι ένα κελί γι’ αυτό χαρά στα νιάτα κράτα απ’ το χέρι το φιλί και σαν Θεός περπάτα