Share

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ηέλτιος- ΛΕΥΤΕΡΑ ΠΟΥΛΙΑ

Στα σύνορα έφτασαν πετώντας τα πουλιά --
λευκά φτερά κι αλύτρωτα,
που μόλις πρόλαβαν και βγήκαν αναπετώντας
μέσα απ’ τον κάδο της λάβας  που χύνονταν
στις μήτρες  του χυτηρίου. 
Μούδιασαν προς στιγμήν οι αρχιμηχανικοί και οι καλουπατζήδες,
μα δεν πτοήθηκαν!

Ελεύθερος κελαϊδισμός,
ελεύθερη ψυχή
κι ο ποιητής ομολογητής που πρόλαβε και σ’ είδε,
λίγο πριν τον ομφάλιο λώρο σου κόψουν
και μέσα σε κλάματα 
στο columbarium σε κλείσουν.


Ηέλτιος- ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ω μορτάκι του Ήλιου!

Στην κορυφή της Χελιδόνας έφτασα να σε ψάχνω
στους ανθισμένους κλώνους  του τσαγιού, τις φτέρες και τα έλατα, 
κοντά σε κονάκια με φωτιές σβηστές
κι ένα λευκό πουκάμισο ματωμένο.

Που είσαι;
Πέρα κοιτάζω, στον ορίζοντα μακριά πάνω απ’  τα βουνά,
και βλέπω τους καπνούς που ανεβαίνουν
και τις φλόγες που υψώνονται 
απ’ τους βομβαρδισμούς των εξουσιομανών.

Να! Το θάνατο φοβόμουνα
κι απ’ τη ζωή  μαυροφορώ.

Μα εσύ,  μορτάκι του Ήλιου,
εσύ που ξέρεις τα περάσματα,
έλα και διώξε τα δαιμονικά
και σήκωσέ την μαζί της να χορέψεις -
το πανηγύρι είναι αύριο τ’ Αγιαννιού!

Δες,  έρχονται οι φίλοι σου˙
φόρα τα καλά σου και τρέξε  να τους υποδεχτείς,
στη βρύση να βγεις να τους καλωσορίσεις, όπως παλιά,
τότε που ανέβαιναν τη στράτα χαμογελαστοί
μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια τους
και με τις φοράδες τους φορτωμένες
σύκα και πιπεριές και κόκκινο κρασί,
κι άκουγες παντού σαλαγητά, σφυρίγματα και
ντουφεκιές να σχίζουν τον αέρα

Έλα, απ’ τον κόρφο της πληγωμένης Μάνας
λευτέρωσε   το χελιδόνι
κι άστο να πετάξει  το χάσμα να διαβεί
που άνοιξαν οι ερεβομανείς.

Έλα στην πλατεία όπου έφτασαν οι λαουτιέρηδες
να σύρεις το χορό και να σε δω να πετάς:
να παίζει το κλαρίνο κι εσύ μ’ ένα πάτημα στο χώμα
ν' απογειώνεσαι και να ψαλιδίζεις υψωμένος
το κενό και να γράφεις  κύκλους στον αέρα--
την ευλογία και  τον έρωτα της ζωής ομολογώντας!

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗΣ



ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

ΑΡΓΥΠΝΙΑ

Γριές γυναίκες ξαγρυπνούσαν
δίχως έγνοια καμιά
το σπίτι να σκουπίσουν

να ξεσκονίσουν γυαλικά
στο μπουφέ του έρημου σπιτιού
με τα μισάνοιχτά του παραθύρια

την παραμελημένη αυλή
που οι άλλοι θάψανε
τον ποιητή μιας άλλης εποχής

των συγγενών μας τα κόκκαλα ξεχνώντας
και καν χωρίς μια σκέψη
για τα βρώμικα τους νύχια

στωικά περίμεναν
καθάρια επανάσταση
κι έσκαβαν τάφους
για τους μελλοντικούς νεκρούς

VIGIL

Old women vigilant
with no concern

to dust their coronals
to mop the floor
to rearrange their glassware
in the hatch of the decrepit house

half open windows
neglected yard
where they’ve buried
the poet of another era

bones of their relatives
forgotten, neglected
dirty fingernails

though stoically they wait
for a diaphanous revolution
preparing burial sites
for their future dead


ΣΩΣΙΑΣ 

Σίγουρα δεν ήμουνα εγώ
που έτρεχα χθες βράδυ στο προάστιο
με το πουκάμισο ολάνοιχτο
σαν ξεχασμένη ευσπλαχνία
με την καρδιά περιφραγμένη
στο γαλανό του αιθέρα λιόγερμα
σαν όνειρο που ξέχασε από πού ήρθε
δεν ήμουνα εγώ αλλά ο σωσίας μου
μες το σακκίδιο που έκρυβε
παλιά φωτογραφία δυο αστεριών
που κολυμπούσαν στο λιμνάκι
δίδυμα πρόσωπα ματιά μες στον καθρέφτη
κι εκεί μια στάλα παραπέρα
στεκόσουν εσύ και με παρώτρυνες
στην αγκαλιά σου να λουφάξω
το κόπο μου να ξεκουράσω
μα `γώ κρατούσα πάνω μου σφιχτά
εκείνο το μικρό το αντικλείδι
έτοιμος να το βάλω στην οπή
ν’ ανοίξω σαν τραντάφυλλο τον κόσμο


Certainly it wasn’t I who
last night jogged amid
the suburb houses
with my shirt unbuttoned
like forgotten piety
with my heart encompassed
by the auspices
of the orange dusk
a dream forgetful of its origin
it wasn’t I but my double
who in his bag had hidden
old picture of two stars
swimming in a crystal pond
twin faces, one mirror’s glance
and further on: a single drop
you stood coaching me
to hide in your arms
my tiredness to release though
I tightly held the little master key
ready to place it in the hole and
open the world like a bloomed rose

ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Salonica, Greece, spring 2014

Φωτογραφία: Το ποίημα "ΑΓΡΥΠΝΙΑ" από το βιβλίο μου "ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ", προς έκδοση από το ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.
Παραθέτω το ποίημα και στα αγγλικά για τους αγγλόφωνους φίλους μου.

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Γριές γυναίκες ξαγρυπνούσαν
δίχως έγνοια καμιά
το σπίτι να σκουπίσουν

να ξεσκονίσουν γυαλικά
στο μπουφέ του έρημου σπιτιού 
με τα μισάνοιχτά του παραθύρια 

την παραμελημένη αυλή 
που οι άλλοι θάψανε   
τον ποιητή μιας άλλης εποχής

των συγγενών μας τα κόκκαλα ξεχνώντας 
και καν χωρίς μια σκέψη 
για τα βρώμικα τους νύχια 

στωικά περίμεναν 
καθάρια επανάσταση  
κι έσκαβαν τάφους 
για τους μελλοντικούς νεκρούς

VIGIL

Old women vigilant
with no concern

to dust their coronals
to mop the floor
to rearrange their glassware
in the hatch of the decrepit house

half open windows
neglected yard
where they’ve buried 
the poet of another era

bones of their relatives 
forgotten, neglected 
dirty fingernails

though stoically they wait
for a diaphanous revolution
preparing burial sites 
for their future dead

ΑΓΡΥΠΝΙΑ" από το βιβλίο ,"ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ", 


ΑΡΝΗΣΗ

Δισταχτικά το φεγγαρόφωτο
θρονιάζεται στο κομοδίνο 
περίγραμμα του φλογισμένου της κορμιού
στο έρημο κρεβάτι απλωμένο

σαν ασύστολος επιδρομέας
η χινοπωριάτικη αύρα κλεφτά
ορμά απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο
τις γάμπες της να δει, που απαλά
τρίβονται η μια πάνω στην άλλη

τα δυο της δάχτυλα κυλούν
αργά πάνω στην υγρή της ήβη

ακούσια συνωμοσία ανέμου
και παραθυρόφυλλου, δημιουργούν
ένα τρίξιμο θλιμμένο
που στην πραγματικότητα τη φέρνει

παλμοί καρδιάς ανακλώνται
στου καθρέφτη την ανταύγεια
και πέφτοντας στο πάτωμα νεκροί
κραυγάζουν “άδικη μοίρα κι αυτήν ακόμα
του ονείρου τη χαρά μου αρνήθηκες”.

DENIAL

Hesitant moonlight enters
to sit on the night table
outline of her conflagrated body
laid on the deserted bed

shameless raider
the autumn breeze sneaks through
the half open window
to observe her two thighs
softly rubbing against each other

two fingers travel over
her wet mound

involuntary conspiracy of wind
and window shutter
create sorrowful creak
that brings her to consciousness

heart beats bounce off
the gleaming mirror to fall
dead onto the carpet crying
“unfair life even this dreamy
pleasure you deny me.”
Manolis Aligizakis

(Απ' το νέο βιβλίο ποίησης που εκδίδεται εδώ στη Β. Αμερική 
στα ελληνικά και στα αγγλικά.)

ΨΩΝΙΑ

Η ξανθιά κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε καχύποπτα
και περίμενε να πληρώσω το λογαριασμό. Την τελευταία
φορά που εξομολογήθηκες πόσο σου ζήτησε ο παπάς, αναρωτήθηκα 

κι αφήνοντας τις δυο σακούλες με τα ψώνια
άρχισα νευρικά τις τσέπες μου να ψάχνω ενώ ο γέρος
πίσω μου γέλασε μια μπόχα κρασιού ανακατεμένη με
καλοσύνη που η ματιά της ξανθιάς με είχε κιόλας
αναλύσει και μ’ είχε βρει πτωχό. Κι εγώ συνέχισα
το ψάξιμο λέγοντας στον γέρο πίσω μου,
‘κάθε φορά το ίδιο μου συμβαίνει’, τόσο απλό χαμόγελο
κι απλή η δυσωδία αλκοόλ κι η καλωσύνη και καν
δεν ήξερα ο άνθρωπος πίσω μου πως ήτανε κωφάλαλος
όμοια με τη συννεφιασμένη μέρα.

~Μου αρέσουν όλοι όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί αυτοί
λατρεύουν και ποθούν το πέρασμα στην άλλη όχθη.

ΨΩΝΙΑ Απ' το βιβλίο :"ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ"


O Μανώλης Αλυγιζάκης γεννήθηκε στο χωριό Κολυμπάρι δυτικά απο τα Χανιά της Κρήτης το 1947. Όταν ήταν σε παιδικη ηλικία η οικογένεια του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη πρώτα και μετα στην Αθήνα όπου εσπούδασε παίρνοντας πτυχίο Πολιτικών Επιστημών απο το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για δυο χρόνια και το 1973 μετανάστευσε στο Βανκούβερ του Καναδα όπου ζει. Παρακολούθησε μαθήματα αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Σάιμον Φρέιζερ. Έχει γράψει τρία μυθιστορήματα ("Στρατής ο Ρούκουνας", εκδ. Μαυρίδης, 1981, "Petros Spathis"-στα αγγλικά, Libros Libertad, 2008, και "The Circle"-στα αγγλικά, Libros Libertad, 2011), περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία ποίησης, που άρχισαν να εκδίδονται τα τελευταία χρόνια με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Manolis, αρκετά άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά που έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες. Επίσης, έχει μεταφράσει στα αγγλικά ποίηση των Κ.Π. Καβάφη, Γιώργου Σεφέρη και Γιάννη Ρίτσου. Μετά απο χρόνια δουλειάς ως βοηθός σιδηρουργού, εργάτης στα τρένα, ταξιτζής και χρηματιστής, πήρε σύνταξη και τώρα ζει σε προάστιο του Βανκούβερ στον Καναδά όπου ασχολείται με το γράψιμο, τον κήπο του και με ταξίδια. Το 2006 ίδρυσε τον εκδοτικο οίκο Libros Libertad με σκοπό την έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων. Ποιήματα του απο την ανέκδοτη συλλογή "Νόστος και άλγος" απέσπασαν το δεύτερο βραβείο στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ του οργανισμού του Ωδείου Φουντούλη του 2011 και διήγημά του με τίτλο "Γενέθλια" απέσπασε το τρίτο βραβείο του ίδιου διαγωνισμού.

ΠΗΓΕΣ

http://alisaxnh.blogspot.gr/2014/05/vigil-old-women-vigilant-with-no.html

Μανώλης Αλυγιζάκης "ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ"

(Από την έκδοση)

ΔΕΙΛΙΑ
Που δεν τόλμησες
βαθύ μαστίγωμα
στην πλάτη σου του χρόνου
το σημάδι

και ρώτησες τον άνεμο
γιατί δεν σού `πε

το μυστικό της λευτεριάς
πως δεν κρυβόταν
σε μια πράξη σου θαρραλέα

μονάκριβη εικόνα
κι όμως βαριά θε
να την κουβαλείς
μέχρι το μνήμα

ΠΑΙΔΙΣΚΗ
Δροσοσταλιές θλιμμένες
και το φεγγάρι
μέσα τους να πλατσουρίζει
δίχως ντροπή, γυμνό
που η άσπιλη παιδίσκη
αδάγκωτο ροδάκινο κάτω
απ’ τ’ αλαφρύ σεντόνι
βρίσκεται απλωμένη
κι ο γκιώνης να αγκομαχεί
στην ερημιά της αποθήκης
και το τριζόνι να λογομαχεί
με την ανταύγεια της νύχτας
και η μικρή εσθήτα της
στη ράχη της καρέκλας αφημένη
ξημέρωμα να προσδοκεί
για ν’ αγκαλιάσει
τα μικρά της στήθια με την αγάπη
μάνας που προστατεύει τα παιδιά της

ΕΙΚΟΝΑ
Τ’ ακροδάχτυλά μας αγγίζουν
το φως συνωμοτεί
με τον αγέρα
να φτιάξουν
το άηχο
ποίημα



Από Palmografos.com: Palmografos.com - "Ιερόδουλες", η νέα ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη Εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Μόλις κυκλοφόρησε
Βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ..

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Ψυχής πέρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν
                                Ηράκλειτος (απ.45)

… οι Έλληνες (οι  Έλληνες!) να τον ακολουθούν, 
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πιά,  ν’ ακολουθούνε μόνο.
                Καβάφης (Ηρώδης Αττικός). 

Στην ακροποταμιά περπατώ των αιώνων με τα μαύρα βότσαλα
και τα συντρίμμια του Είναι μου μετρώ
που άφησαν στο πέρασμά τους τα πέλματα των Κυκλώπων.

Ψηλά, ανάμεσα στους λόφους των Νυμφών και των Μουσών,
όπου το λόγο  έδινε  κάποτε  της μυρτιάς το στεφάνι
και την ισηγορία κράταγε του χρόνου η κλεψύδρα,
τώρα σιώπησαν  οι φωνές και δίχως  τρόπο έμειναν οι Αθηναίοι 
ν’ αποφασίσουν  για την  πόλη τους    
κι  αυτό που ήτανε να είναι ο καθένας να φανερώσουν.

Γκρεμίστηκαν  του  Σόλωνα οι θεσμοί,  που επέτρεψαν στην πόλη 
πρόσκαιρα να γαληνέψει,
γκρεμίστηκε του Κλεισθένη. και του Περικλή ο ελεύθερος Δήμος
και  στον πόλεμο όντας μπλεγμένοι οι  Έλληνες
- μεταξύ τους ακόμα και με τους βαρβάρους-,
υπήκοοι έγιναν ολιγαρχών και  ανθυπάτων, 
κάτω απ΄του φιλοσόφου-βασιλιά το φάντασμα.

Τον Ηρώδη Αττικό τώρα ακολουθούν,
προπαρασκευαζόμενοι τον εκπρόσωπο  να δεχτούνε,
με  τους αργυραμοιβούς στην αγορά να κρυφοχαμογελούν
και στους ναούς να μπαίνουν τις αμαρτίες τους να ξεπλύνουν.

Πέρασαν αιώνες
με τον εκπρόσωπο πάντα στη θέση του,
το  Απόλυτο   φωτοστέφανο πάντα γύρω από τις εξουσίες,
και το φάντασμα  ζωντανό να ξεδιπλώνει και ν’ανεμίζει  τις σημαίες,
ενώ κάτω ο λαός να βογγά  και να εξαπατιέται,
και μαζί του εγώ, που ξόδεψα μια ζωή
μέχρι να βεβαιωθώ και να το πιστέψω!