Share

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022

ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ · H IEΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΦΥΡΑΣ

 

Είχε χαράξει πάνω απ' την Εφύρα και ο Σίσυφος ανέβαζε ξανά το μεγάλο βράχο στην κορυφή. Κανείς δεν παίζει με την Περσεφόνη.Τα δεινά αιώνια εάν τα προκαλέσεις. Και εκεί, στο μικρό λιμάνι, οι στατήρες άλλαζαν χέρια. Σκληροί οι δρόμοι του εμπορίου μα τις περισσότερες φορές έχουν αντίκρυσμα έστω και ενός ημίδραχμου.
Είχε προσφέρει το σώμα της για τη σωτηρία της ψυχής. Ο ναός γνωστός σε όλο τον κόσμο μα οι πιό πολλοί τον πλησίαζαν για να δουν την ιέρεια. Στα μάτια της χρησμοί και όνειρα. Όλα είχαν αξία μιάς δραχμής και ενός αλάβαστρου γιομάτου αιθέρια έλαια. Όλα στο βωμό του εμπορίου; Πνευματικού ή μη; Μετράς τη δύναμη της μέθης σου. Η Περσεφόνη θα ορίσει και φέτος την άνοιξη με μόνο κόστος την πανδαισία των χρωμάτων. Κι ο ήλιος μαέστρος γητευτής θερμαίνει τα παγωμένα όνειρα του χειμώνα. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θα πλήρωνε να εκπληρώσει την επιθυμία του. Χρέος στην ψυχή του. Χρέος στη φύση. Χρέος σε ό,τι πίστευε. Έφτανε μονάχα να κοιτάξει τα μάτια της και να πει: για τη θεά ετούτα, εννοώντας τα χρήματα και εσύ για μένα.
Κρατούσε τον αλάβαστρο στα χέρια του και μία επιθυμία στην ψυχή του. Κανείς δεν του είπε ότι τα περισσότερα όνειρα δεν πραγματώνονται αλλά αιωρούνται για να μας κρατούν ζωντανούς. Είχε κρατήσει τα χέρια της καθώς βάδιζε στο πέτρινο μονοπάτι. Εκεί αντίκρυσε τα πρώτα χαμομήλια να κρατάνε παρέα στις ροδόχρωμες παπαρούνες. Η άνοιξη είχε έρθει μπροστά στα βήματά του. Δεν έψαχνε άλλωστε πολλά πράγματα. Ήθελε να εξιλεώσει την ψυχή του στην πυρά της παντολέτειρας φύσης. Κοίταξε τα μάτια της κι ένα θλιμμένο χαμόγελο έφυγε να συναντήσει τους γλάρους που πέταγαν στο ακρογιάλι. Απίθωσε τον αλάβαστρο στα πόδια της μικρή προσφορά στην ευτυχία που ένοιωθε. Δεν τόλμησε να την αγγίξει. Ίσως πολλές φορές τα λόγια είναι περιττά για πράγματα που κατανοεί μόνο η ψυχή. Είχε δει στα μάτια της έναν άλλο κόσμο, ένα κόσμο που η ιερή φωτιά τον μεταμόρφωνε σε συναίσθημα. Μπόρεσε να βγάλει τα σανδάλια του για να αισθανθούν τα βήματά του την υγρή γη. Πόσο αλήθεια έμοιαζε με την ψυχή του... Αιώνιος γρίφος.
Ήρθε μονάχα να τον δει. Καμία διάθεση να του μιλήσει. Δεν είναι λίγες οι φορές που προσφεύγεις ικέτης στις κραυγές της ψυχής σου. Κι αυτές οι κραυγές είχαν νόημα. Από ιερό τρόμο κοίταξες μέσα σου για να βρεις την πηγή τους. Η ιέρεια στεκόταν και κοίταζε με ιδιαίτερη ηρεμία το πρόσωπό σου. Δεν θα έδινε λύση στο χρησμό. Είχες καταφέρει μόνος σου να τον ορίσεις. Ο βράχος του Σίσυφου θα ταλάνιζε για πάντα την ψυχή σου. Μόνο που αυτός ο βράχος θα έγραφε πλέον επάνω του μόνο το όνομά σου. Έκλεισες τα μάτια δημιουργώντας μέσα σου τους δρόμους που θα διαβούν οι ελπίδες σου. Άπλωσες το χέρι και κράτησες το γόνα της. Ικέτης και βασιλιάς μαζί. Είχες κερδίσει ένα θάνατο ... είχες χαράξει μιά νέα ζωή.
"Στο χορό σου ολάκερος θ' αφεθώ να με πάρεις
Ώ Μαινάδα τρισεύγενη
Στης ιερής σου μανίας τον πόθο
σαν το ζώο το ανήμπορο
θα συρθώ για θυσία
Και στη δάδα του Έρωτα
που αιχμάλωτο έχεις στη μαύρη ματιά σου
θα προσφέρω για δώρο το στερνό μου το λόγο.
Θυμίαμα θείο θ' ανεβεί στα ουράνια
Ώ ηδονές στης γυναίκας τη σάρκα !
Παιχνίδι ατέλειωτο μου χαρίζεις
Πτυχή ευτυχίας αλλόκοτης
με σημάδι θανάτου ντυμένη
Ώ ηδονές στης γυναίκας τη σάρκα !
Στα χέρια σου τ' άγρια θάρθει στιγμή
να κρατάς την ψυχή μου
πριν στου λαίμαργου Βάκχου σου
για βορά τη χαρίσεις στο στόμα
Μιά σπονδή νεκρική σου ζητώ να μου κάνεις
για το άψυχο σώμα
Δυό σταγόνες πικρής ηδονής
απ' του ονείρου παρθένας βγαλμένη
Σαν έρθει και πάλι πρωϊ
ένα δάκρυο μύρο στο άσπρο της μάγουλο
αργά θα κυλήσει
και ίσως έτσι μ'αυτή τη σπονδή
του θανάτου το χέρι
σαν παλάμη ικέτη φανεί
που αγγίζει απαλά του τρανού βασιλιά του το γόνα
Ώ Μαινάδα τρισεύγενη !
Γιά έναν έρωτα αλλοιώτικο θυσιάζω το σώμα"
Εδώ ο Διόνυσος ήτανε περιττός γιατί... είχες ανακαλύψει βαθιά μες την ψυχή σου το κλίμα της αιώνιας μέθης. Κι έτσι πορεύτηκες με το γλάρο της ακροθαλασσιάς και το κοράκι του Απόλλωνα στη χώρα των άλυτων χρησμών που ανθούν την Άνοιξη.
ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΠΟΤΑΣ
Μπορεί να είναι εικόνα μνημείο και εξωτερικοί χώροι
21
Μου αρέσει!
Σχόλιο
Κοινοποίηση