Costas Tsiantis 20 Φεβρουαρίου 2022 Κοινοποιήθηκε στους εξής: Οι φίλοι σας
ΨΥΧΗ
Μπορεί και νάμαι περιττός
ένα σημείο αφανές στο αχανές διάστημα
που δεν επηρεάζει τίποτα και σημασία δεν έχει για κανένανˑ
ένα δρομάκι καθημερινό που αναδιπλώνεται στη σιωπή του,
μια νότα απ' το απέναντι πεζοδρόμιο για να μετράνε οι ρομαντικοί την ευαισθησία τους,
η ασημαντότητα των βρύων καθώς περνούν τα ερπυστριοφόρα,
ένα ''Κύριε εκέκραξα'' μιαν εσπέρα Σαββάτου, την ώρα που
ανηφορίζει ο αποσπερίτης λαμπρός στον ορίζοντα
κι ανάβουνε ψηλά οι λύχνοι του στερεώματος.
Μπορεί και νάμαι περιττός
μα έχω κι εγώ ψυχή.
Δες!
Αεράκι απόμακρο πηγαινοφέρνει την κουρτίνα και ωθεί το ιστίο μεσοπέλαγα
ανοίγοντας τους πόθους στο ταξίδι.
Κανείς δεν το παρήγγειλε.
Φτάνει από μακριά σαν ανώνυμη χάρη--
ακόμα και τότε που δεν είναι εκεί κανείς
και οι θεοί μένουν απρόσιτοι από λέξεις και χτίσματα.
Ισως και να του μοιάζω κάποτε,
τότε που περνώ δίπλα σου στη μεγάλη σάλα και απομακρύνομαι απαρατήρητος
χωρίς ένα αεράκι γιασεμιού ν' αγγίξει τις αισθήσεις
χωρίς μια δύναμη για να με ξεχωρίσεις μέσα στο πλήθος
του χορού των μεταμφιεσμένων.
Σκαλώσαμε εδώ μες τα γκρεμνά και ζοναγκιαστήκαμε*
ύπαρξη και ουσία
σαν άγριο γίδι που μεκερίζει πάνω απ΄το χάος
χωρίς να μπορούμε το άχτιστο να κατανοήσουμε,
ελεύθεροι πολιορκημένοι στο σκοτάδι αιώνων
με το λουρί στο σβέρκο αλλά και πίστη
της πατρίδας να σηκώσουμε τις μεγάλες πέτρες και των συντρόφων
τα πανανθρώπινα ιδεώδη.
Γενιές επί γενεών αναμετρήθηκαν με το θάνατο κατά μέτωπο πολεμώντας
τούτες τις στράτες να κρατήσουν ανοιχτές και τη γραμμή του φωτός
να υπερασπιστούν
ως την κόψη του σπαθιού και τη λάμψη
της Ανάστασης.
Άντρες, γυναίκες και αμούστακα παιδιά
έπεσαν πολεμώντας τα σύνορα να κρατήσουν
μέχρι ν' ανθίσει η άβυσσος, μιλήσει η γλώσσα
και πρόσωπο ανθρώπου φανεί στου σκοτεινού ποταμού την όχθη
όπου ριζώνει της κατεβασιάς η άσπρη πέτρα.
Και δεν ήταν σύνορα γεωγραφίας
αλλά ανθρώπου προορισμός.
Όλα τ' αλλάζει στο διάβα του ο καιρός
κι ο άνθρωπος ψάχνει τον εαυτό του στον καθρέπτη.
Μορφή αλλάζουν πρόσωπα και γεγονότα
και κάτω απ΄το ίδιο όνομα
η διαφορά κυλάει των νοημάτων.
Φεύγουν οι φίλοι οι παλιοί κι αλλάζει το φως στις στράτες.
Πίσω τους ακολουθούν απόγονοι με συνήθειες ξένες
κι αξίες αλλότριες
που με καντάρια δύναμης μετρούν την ψυχή
και το βάρος του ανθρώπου.
Και το βλέπουν φυσικό οι περισσότεροι
σε ευαγή ιδρύματα να κλείνουν τους δικούς τους σα γεράσουν,
σε κολαστήρια δημόσια και ιδιωτικά, που θεία πρόνοια
ονομάζουν οι κρατούντες και κοινωνική μέριμνα.
Παπούδες και γιαγιάδες, γονείς κι αδέλφια και μοναχικές ζωές
σβήνουν χωρίς μάρτυρες στη χημική σιωπή που απλώνει
σαν ομίχλη στους θαλάμους και διαδρόμους των ιδρυμάτων.
Ανησυχούν τα θύματα, οσμίζονται θάνατο και τρομάζουν
αλλ' υπακούουν ωστόσο φοβισμένα κάθε φόρα που πλησιάζει
το ποτήρι με τις ουσίες, τις σταγόνες
που τους παραλύουν τα νεύρα και αποσχηματίζουν την ψυχή,
μετρέποντας τους ανθρώπους σε σκιές.
Οι φωνές τους πλέον δε βγαίνουν καθαρά· άναρθροι ήχοι μονάχα κομμένοι
σα να προσπαθούν να θυμηθούν πώς μιλούσανε κάποτε.
Φοβούνται, νοιώθουν παγιδευμένοι και με κρύφια νεύματα ικετεύουν τους λιγοστούς επισκέπτες: «λευτερώστε μας!».
'Ομως απάντηση δεν παίρνουν.
Επιμένουν ωστόσο· δεν παραιτούνται κι αντιστέκονται
για λίγη ζωή μέχρι τέλους, όπως το ψάρι στη στεριά.
Σβήνουν σιγά-σιγά έχοντας στηλωμένα τα μάτια στο κενό
και το στόμα ανοιχτό
σαν να περιμένουν τη θεία κοινωνία.
Ύπαρξη παραδομένη στους δημίους της
ζυγίζεται στον ιμάντα του κέρδους
μέχρις ότου ράκος ασύμφορο γενεί
και κουφάρι άχρηστο,
πριν τον Αχέροντα περάσει.
Δεν τους υπερασπίζεται κανείς.
Κάποτε σαν ειρωνία η Νέμεση εμφανίζεται,
μα δεν υπάρχει πλέον κανείς δικαίωση να λάβει.
Ανοιχτό του θηρίου το στόμα με ευγενές χαμόγελο και επίσημο ένδυμα
τα δημόσια γραφεία επισκέπτεται και τις διαδικασίες επισπεύδει
της συνέχισης του ανίερου εγκλήματος κατά του ανθρώπου.
Αθήνα 20/10-4/11 2018 & 19/2/22/ & 20/4/2026.
** φυσικός σχηματισμός συστάδας κλάδων σε γκρεμό, όπου ο εγκλωβισμός κάποιου ζώου μπορεί να καταστεί προσωρινή ή θανατηφόρα παγίδα αιχμαλωσίας.