Share

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ


Βασίλειος Διγενής Ακρίτας ( Ο θάνατος του Διγενή )        
           
Στίχοι:   Παραδοσιακό
Μουσική:   Παραδοσιακό

Συλλογή ιστοριών του έπους του Διγενή (αγνώστων λαϊκών δημιουργών)
σε έμμετρη απόδοση από την Ειρήνη Ταχατάκη
και τραγουδισμένη σε σκοπό ριζίτικο


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ


Ο θάνατος του Διγενή


1. Πρόλογος, Λιδάκης Μανώλης


Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γης τονε τρομάζει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέται ο πάνω κόσμος,
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τονε σκεπάσει,
πως θα σκεπάσει τον αητό, τση γης τον αντρειωμένο.

Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει,
τα όρη τα διασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα.
Στο βίτσισμα έπιανε πουλιά, στο πέταγμα γεράκια.
Στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια.

Ζηλεύει ο Χάρος με χωσιά, μακρά τονε βιγλίζει.
Και λάβωσέ ντου την καρδιά και την ψυχή του πήρε.


2. Απαγγελία, Στρατάκης Μανώλης


Κι επειδή ούλα τα τερπνά του πλάνου ετούτου κόσμου
ο Θάνατος διαδέχεται, κι ο Άδης τα λαμβάνει,
γιατί σαν όνειρο περνά πλούτος και κάθε δόξα.

Κι αφού γενναίος δείχτηκε σ’ ούλο τον κόσμο ετούτο,
πρώτος εις την παληκαριά, αλλά και σ’ ούλα τ’ άλλα,
ενίκησε σαν δυνατός, γενναίος στρατιώτης.

Αλλά όμως ήρθε και γι’ αυτόν το τέλος τση ζωής του,
κι έδωσε λύπη αμέτρητη εις ούλους τσι αθρώπους
και σ’ όσους θε ν’ ακούσουνε το θάνατον ετούτο,
πως βγήκε κείνηνε η ψυχή, του πανενδοξοτάτου.

Βαρειάν αρρώστεια τού `τυχε, με βάσανα και πόνους,
και κείτουντο στην κλίνη ντου που `το χρουσοστρωμένη.
Κι έφερε τσι καλλίτερους γιατρούς τσι φημισμένους,
τσι άξιους και τσι έμπειρους μέσα στην επιστήμη.
Μα όφελος δεν εμπόρεσαν να δώσουν στον Ακρίτα.

Την τρίτη μέρα την κακή, την πολυπικραμένη,
τη μέρα που `ρθεν ο γιατρός να τονε βοηθήξει
τότεσας τ’ αποφάσισεν ο Χάρος να τον πάρει.
Κι όσα κι αν κάμαν δεν μπορούν το θάνατο να διώξουν.


3. Χορωδία, Χορωδία Ιερού Μητροπολητικού Ναού Αγίου Μηνά


Γιατί ο τροχός εσκόλασε και το σκοινί εκόπει,
κι ο θάνατος τον έγραψε στον Άδη να τον πάρει.
Τσι δρόμους ούλους έκλεισε, να μην ξαναπεράσει.
Οι κάμποι τον εκλαίγανε και τα βουνά θρηνούσαν,
γιατί ο τροχός εσκόλασε.


4. Απαγγελία, Στρατάκης Μανώλης


Εκείνος αναστέναζε και πάλευε στην κλίνη,
με θρήνους και με βογγητά πικρά, φαρμακωμένα,
οπου ραγίζαν την καρδιά και θάμπωναν το φως του.

Ατόνισέ του η δύναμη, εκείνηνε η μεγάλη,
η που νικούσε δυνατούς και ξέσκιζε λιοντάρια.
Τα πάντα ούλα γινήκανε σαν σκόνη στον αέρα.

Τον δυνατό, τον ισχυρό Βασίλειο Ακρίτα,
ο θάνατος τον πολεμά εις το παλάτι μέσα.
Ο Διγενής το γνώριζε. Σέρνει φωνή και λέει:


5. Διγενής, Μανωλιούδης Γιώργος


Ω! πάντερπνε Βασίλειε, ήρθεν ο θάνατός σου
και απ’ ετούτη τη στιγμή δεν έχεις διόλου όπλα,
αντρεία που `σουν άπειρη, κι ανίκητη σου η τόλμη.
Πού η αρχοντιά σου η πολλή και πού του πλούτου η δόξα;
Κιανείς λοιπόν στο θάνατο μπορεί να βοηθήξει;

Τα χέρια έχουνε μαραθεί κι άθλους δεν κάνουν άλλους,
τα πόδια καρφωθήκανε στη χώρα και πατούσαν,
κι έτοιμη είναι η ψυχή απ’ το κορμί να φύγει.
Κι ο τάφος σε τον δυνατό θα κλείσει μια για πάντα.


6. Απαγγελία, Στρατάκης Μανώλης


Μετά προστάζει τσι γιατρούς ούλοι και βγαίνουν έξω.
Και κάλεσε την όμορφη γυναίκα ντου κοντά ντου,
που σ’ ένα σπίτι διπλανό ήταν εκεί κλεισμένη.

Κάθησε κείνη διπλα ντου, δίχως κανέναν άλλον
κι άρχισε τούτα να λαλεί, με δάκρυα περίσσα.


7. Διγενής, Μανωλιούδης Γιώργος


Άκουσε φως γλυκύτατο την ύστερη φωνή μου,
απέναντί μου κάθησε, βλέπε να με χορταίνεις,
γιατί άλλο μπλιο δε θα με δεις, εμέ που σε ποθούσα.
Κλάψε λοιπόν και θρήνησε τον άδικο χαμό μου,
τα δάκρυά σου στάλαξε και κόψε τα μαλλιά σου,
απάνω από το λείψανο του Ακρίτα του αντρείου,
του φοβερού και τρομερού, του αντρός σου του γενναίου.
Κείνου που για τα κάλλη σου έβαλε τη ζωή ντου,
πολλούς αντρείους έκοψε, εσένα να γλιτώσει.

Εσένα κόρη φύλαξα σαν κόρην οφθαλμού μου
και σαν χρουσόν εγκόλπιο εγυροσκέπαζά σε.
Ωσάν το αηδόνι στο κλουβί εφρόντιζά σε εσένα,
σαν περιστέρι καθαρό σε είχα στο παλάτι.
Σαν την τρυγώνα μοναχή, κοντά μου σ’ είχα πάντα,
και σαν γεράκιν όμορφο στα χέρια μου σ’ εκράτου.


8. Ηλιογέννητη, Σουλτάτου Μαρία

Σε με, άντρα γλυκύτατε, μη λες αυτά τα λόγια,
τα θλιβερά, τα οδυνηρά, που θλίβουν την καρδιά μου.

Δε θέλω να σε χωριστώ, φως μου στον κόσμο ετούτο,
όμως αν είναι απ’ το Θεό και θέλει ν’ αποθάνεις,
θά `ναι για με καλλίτερα αν αποθάνω τώρα,
παρά να ζω η θλιβερή στον κόσμο ετούτο μόνη.
Δε θέλω να σε χωριστώ.


9. Διγενής, Γαργανουράκης Χαράλαμπος


Αφού δε θες το τέλος μου, δε θες να πάω στον Άδη,
κάμε παράκληση θερμή, και μ’ ούλη την καρδιά σου.

Ικέτευσε το σπλαχνικό, φιλάνθρωπο δεσπότη,
ίσως και μεταμεληθεί, μην πάρει την ψυχή μου,
γιατί τη λάβρα τση χηρειάς, πώς θα τηνε περάσεις,
χωρίς δικό σου άνθρωπο εις τον παρόντα κόσμο;
Αφού δε θες το τέλος μου.


10. Απαγγελία, Στρατάκης Μανώλης


Αυτά `πε κι εσταμάτησε ο Διγενής Ακρίτας.
Κι η κόρη μόλις άκουσε τα λόγια του γενναίου,
βαθιά πικραναστέναξε κι έχυνε μαύρο δάκρυ.


11. Ηλιογέννητη, Σουλτάτου Μαρία


Ω! άντρα μου γλυκύτατε, προστάτη μου κι αφέντη,
ελπίζω στον Οικτίρμωνα προστάτη και θεό μου,
να μη θελήσει να με δει σε μια μεγάλη θλίψη,
αλλά πως θα με λυπηθεί, που `χω ταλαιπωρία.
Να σπλαχνιστεί τη νιότη μου, να και την ξενητιά μου.
Να σ’ αναστήσει αφέντη μου, σαν Λάζαρο απ’ τον τάφο,
άλλο να μην εγνωριστώ, ως το τέλος τση ζωής μου.
Ω! άντρα μου γλυκύτατε.


12. Χορωδία, Χορωδία Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Μηνά


Ποια γλώσσα όμως ημπορεί να πει τσι θρήνους τούτους,
και ποιος ο νους που θα μπορεί για να τσι φανερώσει.
Μου φαίνεται και τα δεντρά, μ’ ακόμα και οι πέτρες,
κι ούλα τα σερπετά τση γης κλάψανε μετά κείνους.
Ποια γλώσσα όμως ημπορεί;


13. Ηλιογέννητη, Σουλτάτου Μαρία


Αχ Χριστέ μου ιδέ τα δάκρυα που χύνω δεωμένη,
και μη μ’ αφήσεις να ιδώ τόσο μεγάλη θλίψη.
Πάρε μου μόνο την ψυχή, προτού να γίνω χήρα.
Όλα για σένα δυνατά.


14. Διγενής, Γαργανουράκης Χαράλαμπος


Τώρα πηγαίνω κόρη μου, ψυχή μου και καρδιά μου,
σ’ ένα ταξίδι μακρινό, κι οπίσω δε γυρίζω.
Γιατί είναι δρόμοι σκοτεινοί και πόρτες σφαλισμένες,
κι οι δρόμοι δε γνωρίζονται, οπίσω να γυρίσω.

Κι όποιος πηγαίνει στέκεται τυφλός μες στο σκοτάδι,
κι ούτε και θα μ’ αφήνουνε να στρέψω πάλι οπίσω.

Σ’ αυτόν τον τόπο βρίσκεται ο ποταμός τση λήθης,
κι όποιος θα μπει να πιει νερό, ξελησμονά τον κόσμο.

Τον κόσμο ετούτο που θωρείς, που διώχνει `δα κι εμένα
και δε μ’ αφήνει μπλιο να ζω, αλλά με παραδίδει
του Χάροντα να με κρατεί και σκλάβο ντου να μ’ έχει.

Στα σκοτεινά τα ξέστρατα, στον Άδη σφαλισμένο,
γυμνώνει με τον δυστυχή, τα κόκκαλα μ’ αφήνει,
το κάλλος μου και το άνθος μου, εκείνος μού το παίρνει,
τον έρημο και τον φτωχό.


15. Χορωδία, Χορωδία Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Μηνά


Ιδέτε που κατάκειται η δόξα των αντρείων.
Ιδέτε που ευρίσκεται ο Διγενής Ακρίτας.
Ιδέτε πώς εχάθηκε ο ευγενής του κόσμου.
Ιδέτε που κατάκειται ο πρώτου ο του κόσμου.

Η κόρη στρέφει να τον δει κι αυτός ψυχορραγούσε,
κι από τον πόνο τον πολύ μην υποφέροντάς τον,
αμέσως λιποθύμησε απ’ τη μεγάλη πίκρα,
κι αφού `πεσε κάτω στη γης, παρέδωσε το πνεύμα.
Και δεν εγνώρισε ποτέ, ποια ήτονε η θλίψη.
Και δεν εγνώρισε ποτέ.


16. Κράτημα, Τενενά, Απαγγελία, Δαμαρλάκης Γιάννης, Στρατάκης Μανώλης


Και αποθάνανε κι οι δυο σε μίαν ώρα μέσα,
το θαυμαστό τ’ αντρόγυνο, το πολυφημισμένο.

Ετούτοι οι ευγενέστατοι, οι λαμπεροί φωστήρες,
που απολαύσανε μαζί τα πιο τερπνά τση ζήσης.

Και τότε τσι λαζάρωσαν, μ’ ευπρέπεια περίσσια,
κι αρχίσαν όλοι τους να κλαιν με μια φωνή μεγάλη,
και μέγα θρήνο κάνανε, ούλοι οι εδικοί τους.


17. Χορωδία, Χορωδία Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Μηνά


Αράχνη είναι η ζωή και κονιορτός η δόξα,
σαν όνειρο είν’ ο χρόνος μας, τρέχει και μπροσπερνάει.
Σαν τα νερά του ποταμού, που τρέχουν και διαβαίνουν,
όμοια κι οι αθρώποι θνήσκουνε κι από τον κόσμο φεύγουν.
Στον Άδη παν και κατοικούν κι ούτ’ ένας δε γυρίζει.

Λοιπόν τα πάντα μάταια, τα του προσκαίρου βίου.
Αυτά ως άνθος πρόσκαιρο μαραίνονται ταχέως.
Όμοια κι οι αθρώποι θνήσκουνε.


18. Επίλογος, Στρατάκης Μανώλης


Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γης τονε τρομάζει.
Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέται ο πάνω κόσμος,
κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,
κι η πλάκα τον ανατριχιά πως θα τονε σκεπάσει,
πως θα σκεπάσει τον αητό, τση γης τον αντρειωμένο.

Σπίτι δεν τον εσκέπαζε, σπήλιο δεν τον εχώρει,
τα όρη τα διασκέλιζε, βουνού κορφές επήδα.
Στο βίτσισμα έπιανε πουλιά, στο πέταγμα γεράκια.
Στο γλάκιο και στο πήδημα τα λάφια και τ’ αγρίμια.

Ζηλεύει ο Χάρος με χωσιά, μακρά τονε βιγλίζει.
Και λάβωσέ ντου την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

ΚΑΒΑΦΗΣ- Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.Αναγνωρισμένα
Εκτύπωση
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 

ΚΑΒΑΦΗΣ- Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X

Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.Αναγνωρισμένα
Εκτύπωση
Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς εγώ,  ξ έ ν ο ς  π ο λ ύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και  π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη. 

http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=63&cat=1

ΚΑΒΑΦΗΣ-Περιμένοντας τους Bαρβάρους

Εκτύπωση
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

                               __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) 

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Γ. Βολουδάκης: Ιστορίες μέσα από τη γυάλινη μάσκα- -Τρομώδες παραλήρημα



Από το Τρομώδες παραλήρημα


VI

      
       Δάση από ατέρμονες τροχαλίες οι φυσικές θεωρίες, με την αρχή τους κουλουριασμένη στο χέρι του Αυστραλοπίθηκου, πάνε να πατήσουν το μικρό δαχτυλάκι της Γενέσεως, χαζεύοντας νετρίνα, άυλα φτερωτά σωμάτια που διατρέχουν τα πολύτιμα κρανία μας.
      Εγκαταλελειμμένη πόλη στο βυθό του ασυνειδήτου, η φυσική μας κλίση προς την ανώτερη αρετή και ενότητα με τη φύση. Έμβρυο η ψυχολογία μπουσουλάει πάνω σε συμπλέγματα, χαϊδεύοντας τις τυφλές προσωπικές επιλογές, αναδεικνύοντας το «Εγώ» ισχυρότατο νόμισμα στο χρηματιστήριο της ψυχής, όπου οι σχέσεις είναι  συναλλαγές και οι έρωτες επενδύσεις.


VIII
      Αγωνίζεται ο άνθρωπος να εξορίσει την αθέατη πλευρά του κόσμου, να αποστραγγίσει το ρευστό της θεϊκής πνοής, να συσσωρεύσει ηδονή και χαρτονόμισμα,, θρυμματίζοντας τις πολύχρωμες σφαίρες της φαντασίας και αυτή είναι μόνο η μια όψη του παγκόσμιου νομίσματος.
      Στην άλλη όψη, λευκή και μαύρη μαγεία, λατρείες του Σατανά, υπεραστρικό σκοτάδι και ανεξήγητες ιστορίες εξωγήινων όντων, αγωνιώδεις υπαρξιακές απορίες, στατιστικές καταπραϋντικής αστρολογίας και υπερβατικές θεωρίες, μέντιουμ τσαρλατάνοι και μάγοι επαγγελματίες επικαλούνται επώνυμα πνεύματα, ολόκληρη βιομηχανία εκμεταλλεύσεως της φρικτής αφέλειας και της άγνοιας του πυκνού άχρωμου κονιορτού που καλύπτει το μέλλον.
      Τεράστια χημικά εργοστάσια εγκεφάλων δουλεύουν προς την καταστροφή, με τετράγωνη λογική, με απίστευτους αποστακτήρες δυτικής σκέψης, με σταγονόμετρα και φιάλες επιστημονικής οξυδέρκειας.
      Ιδιοφυίες εμπνευσμένες από τον καρκίνο, πολλαπλασιάζουν αλόγιστα την φιλοσοφία του μηδενός και αθόρυβα, γλυκά σαν μέσα σε όνειρο, ξεδιπλώνουν το μεσαιωνικό σκοτάδι της καθημερινής ζωής, σκοτάδι ανυπόφορο σχεδόν απίστευτο, τόσο που η δύναμή του θα ήταν μια ανυπεράσπιστη καρικατούρα της φαντασίας αν δεν είχε τη θολή πραγματικότητα με το μέρος της.



Ακόμη:


Ποίημαhttp://www.youtube.com/watch?v=D2gfNd-zjeU

Συνέντευξη με τον καθηγητή Β. Φίλια: 
http://www.youtube.com/watch?v=LauWwr7jWKU&feature=related



Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Νίκος Καζαντζάκης Στὰ Καρούλια

Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο» ,ἐκδ. Ἐλ. Καζαντζάκη, 1964.

Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν' ἀνέβω στ' ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι,οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται• θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται• κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ• ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νὰ ‘χα κάμει ὥς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ' ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.

Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ' ἀσκηταριά• τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα• σὰ νὰ 'χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός• δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά• ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ 'δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν’ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ' άγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα• μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ• σιγὰ σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο• ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα• σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:
— Καλῶς τον!
Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα• τὰ μαλλιὰ του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.
— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε• κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν' ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει• κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά 'χε φάει.

Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν' ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστὰ μου• ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.
Ἀποκότησα τέλος:
— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.
— Ὄχι πιά, παιδὶ μου• τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζὶ μου• δὲν ἔχει δύναμη• παλεύω μὲ τὸ Θεό.
— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος• κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;
— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδὶ μου• μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα• αὐτὰ ἀντιστέκουνται.
— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου• θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
— Ἕνας μονάχα δρόμος. 
— Πῶς τὸν λέν;
— Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
— Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.
— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους• ἡ ζωὴ 'ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!

Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:
— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει. 
Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.
— Ὄχι! φώναξα.
— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις• δὲ φοβᾶσαι;
— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος• μὰ θ' ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ' ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;

Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του• ἀναστέναξε• καὶ σὲ λίγο:
— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.
— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.
— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ• ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.
— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοΰ τόσο μεγάλη;
Κι ὡς τό 'πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά 'ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ' ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ' ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου• συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμὸ μου• πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.
— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε• «δὲν εἶσαι εὐτυχής;—Πῶς νά 'μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει. —Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».

Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.
— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη• ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!
Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:
— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνὴ του τώρα εἶχε στερεώσει.

Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο• τὸ χέρι μου πάγωσε.
— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός• εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης• θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.
—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε• τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ'το καλὰ στὸ νοῦ σου: 
Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το! 
Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.
— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος• δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα• τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἂλλος• ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει• βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν• γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.
— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;
— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε•' εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου• κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητή της ζωής• μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς• ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε• ἄε στὸ καλό• ὁ Θεὸς μαζί σου. 
Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.
— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα• καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.