Share

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

Ζωή Δικταίου- « Χαμένες γυναίκες »

 Ζωή Δικταίου

Κεντούσε με λέξεις στον παλιό μαυροπίνακα
το καινούριο χρυσάφι του ήλιου
και το μάλαμα του φεγγαριού
στην άβυσσο του σύγχρονου κόσμου
για να έχουν ουρανό τα χελιδόνια
και ανοικτό ορίζοντα τα παιδιά .
Ήταν δασκάλα. Το όνομα της ήταν…
Κανείς δεν θυμάται…
κι όμως είχε γίνει πρωτοσέλιδο φρίκης.
Ψιθύριζε, τραγούδια τις νύχτες και προσευχές
για να χτυπήσει ρόδινη η αυγή το τζάμι
για να σταθεί ένας έρωτας φως στο φεγγίτη
πήρε μαζί το καρδιοχτύπι της και την κραυγή.
Την έλεγαν Αγάπη.
Ζύμωνε, με τα χέρια της ροζιασμένα,
με κόπο, κάτι μεγάλα σταρένια ψωμιά
σαν τσέρκια βαρελιού στρογγυλά
πίστευε σ’ ένα κόσμο αγνό
εκεί που κανείς δεν πειράζει κανέναν
αχνιστά ψωμιά, τα στόλιζε με μαύρο πιπέρι κι αλάτι
να χορτάσουν μάτια και στόματα.
Τη φώναζαν Ελπίδα στη γειτονιά. Τη φώναζαν…
Όταν άνοιγε την αγκαλιά της
ξόρκιζαν το φόβο τ’ αρσενικά
κι ονειρεύονταν να γίνουν άντρες τ’ αγόρια
η Φυλάνθη δε γέρασε ποτέ, δεν πρόλαβε
κάποιος, για μια χούφτα κέρματα
πήρε μαζί με τη χαρά της ηδονής και την ψυχή της.
Μιλούσε, όχι με τη φωνή της αλλά με τον τρόπο της,
μιλούσε με τα δέντρα και τα νερά κι έβλεπε αγγέλους
ποτέ δεν είχε ενοχλήσει η Ερμοφίλη
ζωγράφιζε παντού καρδιές, στην άμμο, στον αέρα,
στα τσαλακωμένα χαρτάκια, στους γκρεμισμένους τοίχους
ακόμη και στην πόρτα της, είχε ζωγραφίσει
μια τεράστια κατακόκκινη καρδιά
όμως, καμιά καρδιά δε στάθηκε ικανή
να στηρίξει τα περιορισμένα της όρια
κι ο θάνατος της, πόσο άδικο, κανέναν δε λιγόστεψε.
Φορέματα στο χρώμα της φλόγας
κρεμασμένα στους φανοστάτες του δρόμου
και στα δέντρα της πόλης και στην αγορά,
κόκκινα απλωμένα φορέματα, υπενθύμιση των γυναικών
που χάθηκαν, θύματα της ανείπωτης βίας.
Είναι μια βαθιά λύπη, μα πόσοι έμειναν να αισθάνονται
κι όμως αυτό το μούδιασμα, αυτό το φόβο
θα τον έχεις μόνο εσύ γυναίκα,
γυναίκα με το κόκκινο αέρινο φόρεμα στη φαντασία μου
γιατί είναι σκληρό να δεχτώ το δικό σου
αυτό που έβαψε κόκκινο το αίμα.
Την απουσία σου, την έλλειψη σου, ποιος νοιάστηκε,
η κοινωνία θα την προσπεράσει με συνοπτικές διαδικασίες
όπως τα περισσότερα εγκλήματα εξ’ άλλου
το συνηθίζει, γιατί ανήκουμε όλοι
σ’ ένα, στον ίδιο αρρωστημένο πολιτισμό
που μεγεθύνει την ένδεια, το φόβο, την υποκρισία
που πάσχει από απώλειες, πολλές απώλειες
συνείδησης , ηθικής, πνεύματος, καθήκοντος.
Γυναίκα εσύ, που σε καταδιώκει ο αρχαίος καιρός
που προσπάθησες ελεύθερη να είσαι κάπου
σε μια οικογένεια, σε μια φιλία, σε μια συντροφιά
και ξέχασες να ονειρευτείς για εσένα
μια ζωή, μια βροχή, μια θάλασσα
εσύ που ύψωσες την ψυχή σου
στο φθαρμένο ιστό μιας κοινωνίας που παραπαίει
και τώρα η ανάμνηση σου λιώνει σ’ ένα άσπρο κερί
είσαι όλα, όσα όλοι, έχουν ξεχάσει
αυτόν τον κόσμο τον προστατεύει η λήθη να ξέρεις
κι αν ρωτήσεις εκεί έξω, θα σου πουν πολύ απλά
« η ζωή συνεχίζεται ».
Στη μνήμη σου περπάτησα σήμερα μ’ ένα κόκκινο φόρεμα,
θέλω να συνεχίσω να πιστεύω στην αγάπη,
να αισθάνομαι την καλοσύνη,
έκπτωτη της παρακμής και της ματαιοδοξίας
να μάχομαι για εκείνους που απελπίζονται με το άδικο
για εκείνους με τις μαγεμένες παλάμες
που απομακρύνονται
από τη μοίρα και τις κοσμικές εκκρεμότητες
μιλώντας τη γλώσσα των παιδιών.
.
Αύριο, εν ονόματι της Αγάπης
Ζωή Δικταίου
Κέρκυρα 4 Οκτωβρίου 2015
Αφιερωμένο στις χαμένες γυναίκες

Ηέλτιος- Σιμά σου

 Ανοιχτή η καρδιά μου σιμά σου,

σα ρόδι που άνοιξε
κι οι σπόροι του σκορπίσαν στην αγκαλιά σου.

4.10.22

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

Λυπημένα δειλινά. Ποίηση: Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Μουσική : Γ. Σπανός- Ερμηνεία Κ. Χωματά


Λυπημένα δειλινά

Στῆς γειτονιᾶς τῆς φτωχικῆς
γυρίζει ὁ νοῦς μου τὰ στενά,
τὰ λυπημένα δειλινὰ
στοχάζομαι τῆς Κυριακῆς.

Μέσα στὴν κόκκινη ἀντηλιὰ
τὸ μαραμένο θηλυκὸ
δίχως ἐλπίδα καὶ μιλιὰ
ποτίζει τὸ βασιλικό.

Κανεὶς διαβάτης δὲν περνᾷ,
κανένα αὐτὴ δὲν καρτερεῖ
ποὺ στὸ μπαλκόνι ὀρθὴ φορεῖ
τὸ γιορτινό της τὸ γκρενᾶ.

Σὰ μοῖρα κάθεται μία γριά.
Στὸ φῶς μιᾶς πόρτας ρημαδιοῦ
μακραίνει ὁ ἴσκιος τοῦ παιδιοῦ…
Καμπάνα ἀκούγεται μακριά…

Στὸ σύννεφο τὸ βυσσινὶ
θὰ πέσει ὁ ἥλιος νὰ κρυφτεῖ.
Ψαλμὸς ἀκούγεται ἡ φωνὴ
τοῦ τελευταίου πραματευτῆ.

Ὅλα σταμάτησαν ἐκεῖ.
Ἀργεῖ πολὺ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βραδιά…
Πῶς ἔχω τὴν ψυχὴ βαριά,
Τὸ δειλινὸ τὴν Κυριακή!

(ἀπὸ Τὰ θεῖα δῶρα)

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2022

Ηέλτιος-Εγγύτητα

 

Ω πόσο με νοιώθεις που με μια σου ματιά

ανατέλλει το φως κι αναδύεται ο κόσμος-

το κρυμμένο κάλλος του έγχρονου

κι η λαμπρότητα της ψυχής.

Μα δες:

Ένα τόσο δα, μια ασυνέχεια απειροελάχιστη,

κι όλα αλλάζουν:

θάνατος-ζωή.

Ένα τόσο δα, και να οι δυό μας!

Ένα τόσο δα, και να εγώ μοναχός!.

1.10.2014.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

Ηέλτιος- εόν

 

Αγέννητον εόν και ανώλεθρον-

κάπως έτσι το θαύμα.

Κι εμείς πάνω στη φλούδα του πλατάνου να γράφουμε ονόματα και να χαράζουμε σχήματα,

και το χέρι μας να κινεί η άχρονη Χάρη της,

καθώς ο ίσκιος της φιλάει τα βουνά και περνάει ψηλά στον τρύπιο βράχο,

εκεί όπου πέταξε ο αετός για του Καραϊσκάκη τα λημέρια


30.9.2014.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

Ήέλτιος- ΑΣΤΕΡΟΕΙΔΗΣ

 


Θ' αποκαταστήσουμε σήμερα τον αστεροειδή,

μα πρόσεχε το κρύο/

απ' την τρύπια ψυχή μπαίνει

του ανθρώπου

και μαστόροι δεν υπάρχουν πιά.

27.9.22.

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

Ηέλτιος- Μεταλαβιά

 

Κι επειδή τους στερήσαν

το ψωμί και το κρασί

για τη θεία κοινωνία,

τις νύχτες πλησίαζαν και μοιράζονταν

στην αγκαλιά της μεγάλης Μάννας, 

κοντά στα διάσελα, 

των άστρων τη μουσική,

τα όνειρα και την αγάπη τους για τη ζωή

και την αναμόρφωση του κόσμου του ανθρώπου,

αγρυπνώντας μαζί με τις έγνοιες και μεταλαβαίνοντας

το φως της νέας μέρας

που χάραζε πίσω απ΄τα βουνά.


26.9.2022.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Μάνος Χατζιδάκης-Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ-Τα λιανοτράγουδα

Ηέλτιος- Ανοίκεια

 Πόσο οικεία, τους ακούω να λένε,

μας είναι  όλα εδώ. 

Με θυμό τους κοιτάζω.


Καμιά οικειότητα τα πράγματα αυτά δε μου επιτρέπουν.

Ξένα μου είναι

κι η σκέψη τίποτα οικείο δε μου φέρνει.

και τίποτα  τέτοιο σε οικείο δε μεταποιεί.

Οικειοποίηση καμιά.


Ξένος είμαι

και  ξένος  εδώ νοιώθω

και άπορος.

23/9/22


Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

Ηέλτιος- Η ΘΕΑ


.. ἡλιάδες κοῦραι προλιποῦσαι δώματα νυκτός, εἰς φάος, ὠσάμεναι κράτων ἄπο χερσὶ καλύπτρας

Παρμενίδης (απ.Ι,9-10)


Το είδα,

και τα μάτια μου έκλεισε το θάμπος

που καταγωγή μαρτυρά θεϊκή κι αλλοτινών ζωγράφων ποίημα-

φανέρωμα προσώπου.


Ναι. Έτσι το είχα Φανταστεί [κι έτσι ήταν]

Εδώ στο ξέφωτο. Θηρίο ανήμερο, που δε λογαριάζει τον καιρό

και τον κόσμο σηκώνει γενναιόψυχα  στο ύψος της καρδιάς

-δίχως τίποτα να έχει να ζηλέψει-

στου Ζυγού και στων αστερισμών τους σιτοβολώνες καλπάζοντας

με την κόκκινη σημαία υψωμένη ν' ανεμίζει

στάχια χρυσά μεριάζοντας και σκοτάδια παραμερίζοντας

το φως να φτάσει ως εδώ κι η θεία χάρη:

στην πλάτη της Γης όπου ακροπατά

βγάζοντας τις καλύπτρες της θεάς απ' το κεφάλι της

και της αξιοπρέπειας το βάρος επαναφέροντας   στα ανθρώπινα.


Και ξάφνου ο πόντος  βλέπεις απ' άκρη σ' άκρη από θυμό να συνταράσσεται

σαν το σπαθί της κατακόρυφα υψώνει

Ζωή αξιώνοντας κι Αλήθεια

και φως ιλαρό στο δείπνο των παραπεταμένων

κάτω απ΄την τρύπια στέγη

όπου φωτίζει ακόμη

εκείνο τ' άστρο: ο Αλδεβαράν.


21/22-9-22

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Ηέλτιος- Τα μάτια

 Δε θα γνωρίσω ποτέ τα μάτια σου

γιατί μ' αυτά βλέπω

κι ονειρεύομαι

να πιάνεται το φουστάνι σου στη μικρή τριανταφυλλιά

και ν' ανεβαίνεις τη σκάλα

να λευτερωθείς στην αγκαλιά και τα φιλιά μου.

15/9/22

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Ηέλτιος - πρωϊνή ομολογία

 

Χωρίς κόσμο

και χωρίς ουρανό

απόμεινα

επιμένοντας μοναχός

στο δεινόν της σχεδίας μου ταξίδι.

Εν μέσω της σκοτίας

και της ερημίας

επιχειρώ

προς το αχανές και τ' άσωτο σημαίνον

τ' απομακρυνόμενα σμήνη των αστέρων

τ' αμίλητα και πολυπληθή προκαλώντας

σκύβοντας πάνω στο γυμνό κορμί της

που φωτίζει το ναό

και ορίζει τη σιωπή του θεού

που μιλάει στις θαμπές εικόνες.

14/9/22


Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022

Tassis Christoyannis Edouard Lalo "Tristesse" Armand Silvestre


Tassis Christoyannis baritone Jeff Cohen piano Nous sommes passés, ce me semble, L'un près de l'autre sans nous voir, Indifférents et sans savoir Que nos deux coeurs battaient ensemble... Nous sommes passés sans nous voir! A mon coeur, pourtant, comme au vôtre Un peu d'amour était bien dû, Ah! ce bonheur est bien perdu Que chacun de nous vole à l'autre Un peu d'amour nous &eaucte;tait dû. L'heure eût séparé notre route: Après que nous aurions aimé. Le ciel sur nous se fût fermé!... Nous aurions bien souffert, sans doute, Mais, du moins, nous aurions aimé! Production Palazzetto Bru Zane Label Aparte

Manos Hadjidakis,The circle of CNS-Tassis Christoyannis,Dora Bakopoulos

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

ΛΟΡΚΑΣ- ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: John Williams & Maria Farantouri: Του πικραμένου

ΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ
Εικοσιτρείς του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν, πάνε και λένε:
«Αν το μπορείς δυστυχισμένε,
στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε.
Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλε από κάτω τ’ όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες.
Πάρε κεριά, πάρε λαμπάδες
μάθε τα χέρια να σταυρώνεις
κι απάνω από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά
τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στο σάβανο».
Στους ουρανούς ταχιά προβαίνει
ο ταξιάρχης και πηγαίνει
πού ‘χει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δεν μιλεί.
Εικοσιτρείς του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος
κι εικοσιτρείς τ’ Αυγούστου
γέρνει και τα πικροσφαλεί.
John Williams & Maria Farantouri: Του πικραμένου

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Χάρης 1944 - Αννόβερο 1972 - Φαραντούρη - Πανδής - Σαγιόνμαα

Από τον κύκλο τραγουδιών «Αρκαδία VIII» Ποίηση:Μανώλης Αναγνωστάκης Σύνθεση:Μίκης Θεοδωράκης Από συναυλία στο Αννόβερο 1972 Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας. Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα 'ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα. Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας. Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι. Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη. Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι. Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ' αφτί: "Πέθανε ο Xάρης", "σκοτώθηκε" ή κάτι τέτοιο, λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα. Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα 'χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα. Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας. Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει. Δεν είμαστε όλοι μαζί, δυο τρεις ξενιτεύτηκαν. Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ' ένα φέρσιμο αόριστο. Κι ο Xάρης σκοτώθηκε. Φύγανε κι άλλοι. Μας ήρθαν καινούριοι. Γεμίσαν οι δρόμοι. Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες. Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια. Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπάνε ανελέητα τα τείχη, ξεχώρισες μια, είν' η δική του, π' ανάβει μικρές πυρκαγιές, χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας. Eίν' η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος π' αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος και σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.