Share

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

ΗΕΛΤΙΟΣ -ΗΧΩ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ


Κρατήθηκα απ’ το χέρι σου καθώς βασίλευε ο ήλιος,

μα επέμεινα νοερά να τον κοιτάζω,

έτσι όπως συνέχιζε το ταξίδι του στα ουράνια διαστήματα,

κι εναλλάσσονταν πάνω στη Γη το φως και το σκοτάδι.


Πίσω απ’ τη νύχτα συνέχιζε τη λαμπερή περιφορά του

θνητός- ωσάν κι εσένα ωσάν κι εμένα-,

αλάθητα σαλπίζοντας κάθε αυγή απ΄των βουνών τις κορφές

του κόσμου το θαύμα.


Σε καιρούς μακρινούς μ΄οδήγααν οι σκέψεις μου,

σε μονοπάτια δύσβατα, γεμάτα βάτα και τσουκνίδες,

πού’ βγαζαν στου Ομήρου τ’ ακρογιάλια,

στο ακροθαλάσσι του Πρωτέα

όπου έφτασα καταμεσήμερο πελιδνός

ιστίο γυρεύοντας και πόρο για την Ιθάκη.

Περπάτησα μερόνυχτα ξυπόλητος πάνω στην άμμο

μέχρι που βρέθηκα στα δρεπανόμορφα καράβια:

κοντά σε γέρους θαλασσινούς που κοίταζαν το κύμα και μίλαγαν

για αστερισμούς και θαλάσσια στοιχειά,

σε γενειοφόρους που χάραζαν σχήματα στην άμμο και ξύνανε το γένι τους

καθώς μετρούσαν τις σκιές από το μπόι τους,

και άλλους πιο κει που έπαιζαν τη λύρα, τραγουδώντας και χορεύοντας,

ή διηγούνταν ιστορίες από ξένους τόπους ενώ με το χέρι τους

χάραζαν επάνω στα όστρακα

γράμματα και σχήματα που τα σεβάστηκε ο καιρός.


Προσπάθησα μια ζωή να τα εννοήσω καταμεσής του πελάγους μοναχός,

περιμένοντας τις θύελλες και τις τρικυμίες πάνω μου να ξεσπάσουν

μήπως κι απ’ το εγώ μου κάποτε λευτερωθώ,

μήπως για μια στιγμή την εύνοια της μοίρας τύχω και μεσ' το φως της αστραπής

-τη ράχη αδράζοντας του δελφινιού- τ’ άπιαστο αξιωθώ

και έστιν κράξω:

Πυρ αείζωον,

Φύσις αυτοπάτωρ απάτωρ,

Αγέννητον εόν και ανώλεθρον.


Πώς αλλιώς;

Πώς να ξεφύγεις: «απ’ αυτό που δε δύει ποτέ;»

απ’ αυτό που είναι και κρύβεται βαθιά μέσα σου,

από το κοινό και αβύθιστο Είναι μας

που επιτρέπει να με κατανοείς και να σε γνοιάζομαι,

να σε αισθάνομαι και με νοιώθεις-

ν’ ανοίγω τα μάτια κι εσύ να βλέπεις

να σε κόβει το μαχαίρι κι εγώ να πονώ;

Πώς αλλιώς ;


Έσφιξα το χέρι σου καθώς κατέβαινα τα σκαλοπάτια

κι ένοιωσα στη φλέβα σου να πάλλει σα χορδή

του επέκεινα ο παλμός.


26/2/22

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

ΗΕΛΤΙΟΣ-Ξένος εγώ ειμί


Ξένος  εγώ ειμί
της αυγής οδοιπόρος σ'  ερημικό μονοπάτι.
Υιός πατρός αυτοπάτωρος
και επιγενόμενων κόσμων υφάντισμα  ηλιοφόρο
στη ράχη του ταύρου επιδέξια  ακροβατώ
και σε γκρεμούς απάτητους μετατοπίζω
την ξυπόλητη φτέρνα μου.
Ισορροπώ στις ακρώρειες του κόσμου
της παρουσίας σου δεξάμενος το θαύμα
26-7-2019

Ο Συγκάτοικος του Ιωάννη (Τ. Λειβαδίτη)

Simon & Garfunkel - Scarborough Fair (from The Concert in Central Park)

losing my religion by Tori Amos





Oh, life is bigger

It's bigger

Than you and you are not me

The lengths that I will go to

The distance in your eyes

Oh no, I've said too much

I set it up
That's me in the corner

That's me in the spotlight

Losing my religion

Trying to keep up with you

And I don't know if I can do it

Oh no, I've said too much

I haven't said enough
I thought that I heard you laughing

I thought that I heard you sing

I think I thought I saw you try
Every whisper

Of every waking hour

I'm choosing my confessions

Trying to keep an eye on you

Like a hurt lost and blinded fool, fool

Oh no, I've said too much

I set it up
Consider this

Consider this

The hint of the century

Consider this

The slip that brought me

To my knees failed

What if all these fantasies

Come flailing around

Now I've said too much

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΤΟ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΛΑ

Απομακρύνονται οι γαλαξίες επιταχυνόμενοι (λέει η επιστήμη)˙
αφηνιασμένη αράβιος φοράδα φεύγουν τ' άστρα κι όλο μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ μας. 
Αλαργεύουν κάθε μέρα τα βήματά σου και πονεμένα σ' αποχαιρετάω, προτού προλάβω καλά-καλά να σε γνωρίσω.

Να ζεις, να υπάρχεις άραγε εκεί μακριά 
όπου καλπάζεις καταπίνοντας της Ανδρομέδας τα διαστήματα;
να υπάρχεις είδωλο ζωντανό έτη φωτός  μακριά απ' τις αισθήσεις  μου 
ή  νοητή μόνο νάσαι;

Όλοι  σκορπάτε και προς  αχανείς ξενιτίες  φεύγετε
και την πίκρα  μ' αφήνετε δίχως πίσω να κοιτάτε!

Χαμηλώνει στο θέατρο το φως και στης Επιδαύρου το μέσα μέρος σωπαίνει ο μύθος κι οι θεοί φανέρωμα δε βρίσκουν.
Με κλίνει το σκοτάδι  από παντού. Περπατώ τυφλός και τον Οιδίποδα γυρεύω, τις φλούδες της ύπαρξής μου απεκδυόμενος στην είσοδο της Θήβας 
και  στο κενό πετώντας τες το τίποτα να ορίσω.
Χαμηλώνει διαρκώς ο ήχος απ'  το μεγάλο ρέμα και
λιγοστεύει όσο πάει η φωνή δίχως  ώτα να συναντά ανθρώπου.

Τελευταία των όντων επαφή σε τρισδιάστατη εικόνα
με το βέλος του χρόνου αντίθετα να πορεύεται στο βέλος της καρδιάς μου
έτσι καθώς απ'  τον κάλλιστο κόσμο  προς τη μαύρη καταβόθρα  φεύγουνε και βυθίζονται πανιά και ιστία. 
Αποδομούνται οι αισθήσεις, κόβονται οι συνδέσεις
αποσυντίθεται το τοπίο, διαρρηγνύεται ο χωρόχρονος και καταρρέει
κι' εγώ προς το απόλυτο μοναχικό μου Ένα συρρικνώνομαι,
προς την αρχέγονη Εστία,
εκεί όπου ο Παρμενίδης  την αλήθεια-θεά συναπαντά  κι ο Ηράκλειτος, ανασκαλεύοντας τη χόβολη, την αρχή την άναρχη και τον πρώτο Λόγο.

Θαύμα είναι που μου μιλάς,  αφού εμείς δεν πήγαμε ποτέ σχολείο κι ούτε  συναντηθήκαμε  ποτέ˙
θαύμα που από τόση απόσταση με νοιώθεις και μ' αισθάνεσαι, κι ας μην κοιταχτήκαμε ποτέ στα μάτια˙
εκτός κι αν μαζί με την πρώτη αρχή γεννήθηκες και στην πρωτοπηγή μαζί' ήπιαμε  νερό    πριν έρθουμε εδώ πέρα, 
πριν κοινωνία μεταλάβουμε ζωής πάνω στου Αιγαίου το βράχο  κι έπειτα στο γύρο ανεβούμε  του θανάτου.


29/12/2018 (Ιούλιος 19)

Βασίλης Σκουλάς: ΤΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Bασίλης Λέκκας ~ Αχ Ψυχή μου εσυ

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΡΘΟΥΝ

Πατρίδα -- Αλκίνοος Ιωαννίδης





Λοιπóν, αγρίεψε ο κóσμος σαν καζάνι που βράζει

σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολóς
Πóτε πóτε γελάμε, πóτε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρóς
Μα óταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω óτι δεν έχουν νέα για να μου πουν
Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά
είδα το τέλος με τα μάτια ανοικτά
Είδα τον πóλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα
προδομένη απó μέσα, απ' τους πιο πατριώτες
Να χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με τ' óπλο στο στóμα
Τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα τη Βουλή
Κάτω απó ένα τραπέζι, το θυμάμαι σαν τώρα
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανó σαν λεκέδες
Μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ
Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν!
Τι ωραία που πέφτουν...
Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ' τη Σμύρνη
στη Δράμα πρóσφυγας πήγε να βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος, Κύπριος φυγάς στο μαύρο τóτε Λονδίνο
στα είκοσι επτά του στα δύο τον κóψανε οι Ναζί
Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ' άδειο ξενοδοχείο
Αμερικάνικες βóμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάμε στης πλατείας τη γιορτή
Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πóλης
είδα τα χέρια, τα πóδια πεταμένα στη γη
είδα να τρέχουν στο δρóμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική
Εδώ στην άσχημη πóλη που απ' την ανάγκη κρατιέται
ένας λαóς ρημαγμένος μετάλλια ντóπας ζητάει
Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών
θα σου ζητήσω συγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ
Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ' την Ομóνοια
να πετάν δακρυγóνα στο πυροσβεστικó
Στο παράθυρο εικóνισμα, άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακó
Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη Γραμμή
για μια πóρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα
Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη
ο Σολωμóς με Armani και την καρδιά ανοιχτή.
Δε θέλω ο εαυτóς μου να 'ναι τóπος δικóς μου
ξέρω πως óλα αν μου μοιάζαν θα ταν αγέννητη η γη
Δε με τρομάζει το τέρας, ούτε κι ο άγγελóς μου
ούτε το τέλος του κóσμου, με τρομάζεις εσύ
Με τρομάζεις ακóμα, οπαδέ της ομάδας
του κóμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα
διερμηνέα του Θεού, ρασοφóρε γκουρού
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο
Προσεύχεσαι και σκοτώνεις, τραυλίζεις ύμνους οργής
έχεις πατρίδα το φóβο, γυρεύεις να βρεις γονείς
μισείς τον μέσα σου ξένο κι óχι, δεν καταλαβαίνω
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω

Νεράιδα - Μαρία Παπαγεωργίου



Μουσική/Στίχοι: Κωνσταντινίδης Γιώργος/Κωνσταντινίδης Γιώργος

Άσπρο κρινάκι της αυλής
της γης χαμομηλάκι
μέντα και μοσχολίβανο
δυόσμε γαρουφαλλάκι
 
Απρίλη μήνα φαίνεσαι
το Μάη μήνα βγαίνεις
ροδόσταμο πώς γένεσαι
και τις καρδιές μαραίνεις
 
Ροδοτριανταφυλλάκι μου
μάτωσες το χειλάκι μου
ξελόγιασμα τα κάλλη σου
βάλσαμο η αγκάλη σου
 
Στις δρακολίμνες πλένεσαι
στη Φλέγκα π' ανεβαίνεις
σαν τη νεράιδα γένεσαι
στολίζεσαι και βγαίνεις
 
Μανιταράκι του βουνού
του κάμπου μελισσάκι
χελιδονάκι τ' ουρανού
του πέλαγου ψαράκι
 
Πώς σ' αγαπώ αν το ξερες
πόσο σε συλλογιέμαι
βράχος να 'σουν θα ράγιζες
κάστρο θα γκρεμιζόσουν

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

ΗΕΛΤΙΟΣ-Ο ΑΝΕΜΟΣ

Ελληνόφων ο άνεμος φυσάει στις παραλίες 
και σκορπάει τενεκεδάκια αργυρά στην ερημωμένη πόλη
στην αγορά, στο χρηματιστήριο αξιών και στις εκκλησιές
όπου ξέχασαν το Μάξιμο τον Ομολογητή κι έμαθαν να λειτουργούν 
δίχως θεό κι ανάμα κοινωνίας.
4/7/2019