Share

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Σπύρος Ποταμίτης-Ποιητική συλλογή «Αιθέρια αγκαλιά»

2. Είσαι

Πέρα κι απ΄ τον έρωτα είσαι…
μια πανδαισία χαρών που μεθώ
τη ζωή πίνοντας τη δροσιά σου.

Είσαι το άγγιγμα που μ΄ ανεβάζει
στις κορυφές των ηδονών ταγό
του απλού και του υπέροχου
που μοιραζόμαστε
όπως γεννιέται στην ανάσα μας
όνειρο που χτίζουν τα κορμιά μας
για να συγκατοικήσουν…

Είσαι η ουσία αυτού που λαχταρά η ψυχή μου…
                                                                                                                                             
  1-9-2013

3. Τι κι αν

Τι κι αν κοιμήθηκα στις τραχιές πέτρες
στο φως ακούμπησα το πλατύ μου όνειρο
σε φωτεινές αγκαλιές μοιράστηκα τη ζωή
με τη δύναμη του ανέμου μίλησα γιορτινά
τα λόγια της ψυχής μου να με ακούσεις…

Τώρα αγγίζω στ΄ αλέτρια του ήλιου το δάκρυ
σεμνό αναφιλητό του ανθρώπου που πόνεσε
να μην ξεχαστεί η ανάγκη σου ν΄ αγαπηθείς.

Λουσμένος στη φεγγοβολή των αστεριών τη νύχτα
για ότι καθαρό ζωντάνεψε η πλάνη των φεγγαριών
σου έφερα στοργικά χέρια και σιωπηλά φιλιά
να στολίζεις τις μέρες σου με το άρωμα της αγάπης.
                                                                                                                                                    
    6-9-2013


Διαβάστε περισσότερα: http://spyros-potamitis-poiisi.webnode.gr/κντ.

Κ. Καβάφη- Ηρώδης Αττικός


Ά του Ηρώδη του Αττικού τί δόξα είν' αυτή. 
Ο Αλέξανδρος της Σελευκείας, απ' τους καλούς μας σοφιστάς,
φθάνοντας στας Αθήνας να ομιλήσει,
βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
ήταν στην εξοχή. Κ' η νεολαία
όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
Ο σοφιστής Αλέξανδρος λοιπόν
γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
«Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ' εγώ.»- 

Πόσα παιδιά στην Αλεξάνδρεια τώρα,
στην Αντιόχεια, ή στην Βηρυτό
(οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
έξαφν' αφηρημένα σιωπούν.
Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη -
ποιος άλλος σοφιστής τ' αξιώθηκεν αυτά; -
κατά που θέλει και κατά που κάμνει
οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
μήτε να εκλέγουν πια, ν' ακολουθούνε μόνο.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ :Το τελευταίο φως

Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
έχει χαθεί πια το ον
κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
μια άσπρη κηλίδα είσαι
λίγο θολό νερό.
Θέλω να φθείρω
το τελευταίο μου φως
εκεί που τίποτα
δεν σταματάει το μάτι:
ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
καμιά αυταπάτη.
Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
κι ακόμα θα ζω
θα προσβλέπω στη φύση
και θα σε λέω καλοκαίρι
χωρίς μνήμη πια
θα σε λέω ανθό, ώσπου
ο μύθος να τραβήξει
πίσω μου την κουρτίνα:
απέναντι ο άσπρος τοίχος
όλα τελειωμένα και λευκά
κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα
https://greekpoems.wordpress.com/2014/04/29/κντ

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΕΣΠΕΡΙΝΟ

"Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια
γιατί αύριο η ψυχή μας κάνει πανιά''. 

 Γ. Σεφέρης.

Πάλι αντιφατικός ίσως φανώ,
αφού όλο μέσα σε ερμηνείες και σχηματοποιήσεις  ξοδεύομαι
και η ζωή περνά γλιστρώντας ανάμεσα στις λέξεις
σαν το νεράκι στην ακροποταμιά ανάμεσα στα χαλίκια.
Αν υπήρχε ανέκαθεν ή αν γεννήθηκε δεν ξέρω,
μα έχει τρόπο να διατηρείται και ν’ ανανεώνεται
δίχως να νοιάζεται για ψέμμα ή αλήθεια.

Κι εσύ, που ιστορικός δημιουργός θέλεις να είσαι,
πρέπει σχήμα διάρκειας ως άνθρωπος να πάρεις
και μέσα στα όρια να χτίζεις που θέτει η ύπαρξή σου.
Σχήμα να πάρεις όπως το δέντρο και  το πουλί
που ξέρει μέσα στους γύπες και τις χιονοθύελλες να επιβιώνει
και να μετρά μέχρι  πού φτάνει  το πέταγμά του.
Κι η επανάσταση χωρίς σχήμα
νεφέλη γίνεται και μνημόσυνο πεσόντων.

Ανήμπορη η σκέψη να υπερβεί τα όριά της!
Μην την πιέζεις!
Σε αφανίζει ο νους αν ασώματο τον αφήσεις να ταξιδεύει ,
έτσι που -μέχρι το αμετάθετο όριο να προσεγγίσεις -
μπορεί στο χάος να βρεθείς κι’ απ’ τον ίδιο να κεραυνοβληθείς,
μένοντας  ένα  σημείο μ' επιστροφή αβέβαιη στο κενό ή
ένα σπυρί της άμμου ανάμεσα στις άπειρες κλίμακες
του μικρόκοσμου και μεγάκοσμου.

Βέβαια, ίσως  τότε μάθεις  ως άριστη να θεωρείς 
την κλίμακα μεγέθους που σου δόθηκε,
όπου  μπορείς να βλέπεις και να χαίρεσαι 
τη Φύση, τη ζωή, την έκσταση του έρωτα,
την ομορφιά που αποκαλύπτει το πρόσωπό της και σε καλεί
να ομολογήσεις ότι θεά είναι!

Τη γνωρίζεις. Γιατί γεννημένος είσαι, όπως ο χρόνος,
κι από πατέρα άχτιστο κατάγεσαι
και μέσα στ' άχτιστο χτίζεις!

Ευλογημένο το σκαλί της παρουσίας που σου δόθηκε  
-και με το οποία μόνο μπορείς να υπάρχεις-
και ανάγκη η θνητή υλαία σου φύση 
η προς τα άνω θρώσκουσα.
Τίμα την και μετέτρεψέ την σε κάβο γερό 
για να δένεις μες την τρικυμία τη βάρκα που ταξιδεύει τα όνειρά σου.

Μην εξορίζεις 
την ύπαρξή σου απ’ τη χειροπιαστή ζωή !
Όσο κι αν ψάξεις αλήθεια πληρέστερη άλλη δεν θα βρεις
απ΄τη σχέση σου με τα πρόσωπα που πληρούν με την  παρουσία τους το είναι σου!
Δύσκολη σχέση, δύσκολη, αλλά λύσε την κορδέλα 
απ’ το δώρο που έχεις μπροστά στα μάτια σου!
Λευτέρωσέ την και δώσε της μορφή,
κάνε την Ζωή--
ζωή πολέμου και ειρήνης, θα πεις.
Ναι!
μέχρι να ρθει η ώρα
να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση
και να φανεί η Αγάπη!

12-10-2014

Σπύρος Ποταμίτης- Ποιητική συλλογή «Αιθέρια αγκαλιά»

1
Από παιδί μου άρεσε η ποίηση. Έβλεπα
να περπατήσω στέρεα στους στίχους
κείνες τις δονήσεις της ψυχής, τα φώτα
που ποτέ δεν σε τύφλωναν, τα σοκάκια
πίσω από τους ίσκιους και τις κληματίδες
χαμένα σ΄ έναν κόσμο άλλο, ανίδωτο, σώο.

Ένιωθα βαθιά το μαχαίρι να με καρφώνει
όπως το παιχνίδισμα των ηλιαχτίδων πρωί
ανάμεσα στα φύλλα και τα σύννεφα, εμένα
κι όλους εκείνους που κρατούσαν μια φέτα
γαλάζιο ουρανό που κοκκίνιζε βραδιάζοντας...

Ήπια απ΄ τη ψυχή της το πάθος του έρωτα,
της ζωής, του δίκιου, του αναστεναγμού
που δεν το βάζει κάτω και μέθυσα φωνές
μες στη οδύνη που σε βαστούσαν, ακέραιες,
του πόνου και της χαράς, του αναφιλητού τους...

Γέλασα κι έκλαψα μαζί της, ονειρεύτηκα...
Βούλιαξα μέσα στη σιωπή της ανεβαίνοντας ψηλά
στ΄ αστέρια, μάτωσα κι άγγιξα άλλους θεούς
που κατοικούσαν μες στους ανθρώπους. Πόνεσα!...
σαν νά΄ χε έρθει η ώρα να κλείσω τα βιβλία μου...
                                                                                                                                         29-11-2013



Διαβάστε περισσότερα: http://spyros-potamitis-poiisi.webnode.gr/knt
Δημιουργήστε τη δική σας ιστοσελίδα δωρεάν: http://www.webnode.gr

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ;

Είδες, λοιπόν;

Ποιος ήρθε ;
ποιος έφυγε;
ποιός είναι;

Ακτινοβολία υποβάθρου,
και τέκνα της μεγάλη έκρηξης
και της νόησης ενοικιαστές που το παίζουν ιδιοκτήτες,
ερωτευόμενοι  παράφορα δίχως ν’ αναρωτιούνται:
γιατί τόσο πολύ τους βασανίζει
το αν  η σκοπιμότητα το ταίρι τους κινεί
ή αν  σε όργανα μετέπεσαν   δαιμονικού σχεδίου--
αιφνίδια, ανερώτητα,
ως  «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον»;

Ποιος αγαπά;
ποιός πολεμά;
ποιος για μια  τιμή αρνείται τη ζωή του;

Γκρεμισμένη η δέση πού’φερνε  νερό στο πάνω αυλάκι
και το μεγάλο ρέμα απέραντος ξεριάς
-κατάξερος, χωρίς νερό μια στάλα-,
και μόνο ο ήχος του ακούγεται τη νύχτα,
καθώς περνάει χαμηλά κάτω απ’ τις πέτρες
που στοίβασε η θεομηνία.

Να σώσω αυτόν τον ήχο
που έδινε πνοή στην ύπαρξή σου,
και κράταγε όρθια τα ηλιοτρόπια και πράσινα
τα μποστάνια τ’ ουρανού στην ψυχή σου.
Να σώσω αυτόν τον ήχο,
πριν τους νόμους του αναστείλουν οι δημιουργοί
και τα ίχνη σου χάσω οριστικά--
εδώ σε τούτο το άλαλο δάσος
όπου κοιμήθηκαν  οι  Ευμενίδες
κι  ακούω τα δόντια που τρίζουν
των θηρίων.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.


https://greekpoems.wordpress.com/2011/08/27/knt

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η αλλοτρίωση της έλξης (από τη συλλογή: Η ανορεξία της ύπαρξης)

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.


https://greekpoems.wordpress.com/2013/04/12/allotriosi-elxis-katerina-aggelaki-rouk/

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.
https://greekpoems.wordpress.com/2011/09/26/ston-ourano-tou-tipota-me-elahista-katerina-aggelaki-rouk/

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ: Η ανορεξία της ύπαρξης


Η ανορεξία της ύπαρξης

Η ανορεξία της ύπαρξης


Ποιήματα

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011
52 σελ.
ISBN 978-960-03-5225-2, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 10,65

 Κρατικό Βραβείο Ποίησης [2012]

Η ποίηση και η ύπαρξη ξέρουμε πόσο είναι αδιάρρηκτα δεμένες. Η ενότητα όμως αυτή των ποιημάτων εστιάζεται περισσότερο στην ύπαρξη. Η ποίηση εδώ δεν είναι αυτοσκοπός. Ο ποιητής δεν ψάχνει στον εαυτό του μέσα, στη φύση, τις πιο ιδανικές εκφάνσεις της ποίησης. Ψάχνει, μέσ' από την ποίηση, δρόμους που να οδηγούν στην ύπαρξη. Στην ύπαρξη ως ουσία, ως προορισμό, ως αναπάντητο ερώτημα, ως μαρτυρία φθοράς και βέβαια ως υποστασιακή αγωνία. Οι στίχοι θυσιάζουν ακόμη και την ομορφιά αν χρειαστεί, γιατί αυτό που έχουν ανάγκη τώρα είναι να εκφράσουν, με όσο γίνεται μεγαλύτερη ακρίβεια, τη συνειδητοποίηση της ύπαρξης, την ασταμάτητη ροή των ωρών πάνω στο δέρμα, χωρίς εξήγηση καμιά να δίνεται από πουθενά. Το μόνο όπλο αντίστασης είναι η ποίηση, που απλώς περιγράφει αυτό που συμβαίνει. Μόνο που αυτό που συμβαίνει παραμένει ασύλληπτο και από την πιο μεγάλη ποιητική φαντασία.
Κριτικές - Παρουσιάσεις
Κωνσταντίνα ΘεοφανοπούλουΗ ανορεξία της ύπαρξης, http://www.culturenow.gr, 5.5.2014

Ingemar Rhedin«Το σώμα είναι η νίκη των ονείρων…». Για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, "The Books' Journal", τχ. 35, Σεπτέμβριος 2013

Έλενα ΠατρικίουΗ «ερπετή καρδιά» και το «αμάχανον όρπετον» της γυναικείας ποίησης, "Δρόμος της Αριστεράς", 15.3.2013

Κατερίνα ΣχινάΚατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ: η θεά του "αγγίζω", "The Books' Journal", τχ. 27, Ιανουάριος 2013

Γιάννης ΔούκαςΕλληνική ποίηση 2011, Περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 525, Ιανουάριος 2012

Κατερίνα ΤσιούμαΗ υπαρξιακή «αναρώτηση» ως οδοδείκτης της αισθητικής ταυτότητας, Περιοδικό "Κουκούτσι", τχ. 5, Χειμώνας-Άνοιξη 2011.12

Ανατόμος του ελάχιστου εγώ, www.e-poema.eu, τχ. 15, Δεκέμβριος 2011

Ξενοφών ΜπρουντζάκηςΤη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, "Το Ποντίκι"/ "Βιβλιοπόντικας", τχ. 215, Καλοκαίρι 2011

Ζαχαρίας ΚατσακόςΗ αναβολή του τέλους και η καθαίρεση του "εγώ", Περιοδικό "Κουκούτσι", τχ. 4, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2011

Πέτρος ΠολυμένηςΛέξεων κυματισμοί πολύτροποι, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 655, 14.5.2011

Ξενοφών ΜπρουντζάκηςΗ ώρα της ποίησης, "Το Ποντίκι", 21.4.2011

Βαγγέλης ΧατζηβασιλείουΤα απαράγραπτα δικαιώματα του έρωτα, Περιοδικό "Εντευκτήριο", τχ. 93, Απρίλιος-Ιούνιος 2011

Ειρήνη ΜπέλλαΗ ανορεξία της ύπαρξης, "Βραδυνή", 28.3.2011

Σπύρος Πταμίτης- Από την ποιητική συλλογή «Διαδρομές»

 Αδιέξοδο

Τ΄ απόβραδο έφτασε ακάλεστο κι αμίλητο.
Αχ και να σ΄ είχα στην αγκαλιά μου
να μοιράσω τη μοναξιά σε τέσσερες παλάμες
τη νύχτα σε τέσσερα μάτια και το φιλί
σε δυό στόματα.
Βάρυνε η φωνή και το αλφαβητάρι
δε φτάνει να φτιάξω μια λέξη διαφυγής.
Τα μάτια σου … που είναι τα μάτια σου;
να δραπετεύσω στο άπειρο.

Στενή φυλακή τ΄ απόβραδο και το στρώμα
ακόμα νοτισμένο απ΄ την προηγούμενη μοναξιά.


Διαβάστε περισσότερα: ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου - Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου 2014 ( Όλο το έργο )

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Ηέλτιος- ΧΤΥΠΑΣ-

Σα νά’ μαι από σίδερο  μου μιλάς,
κι όπου βρεθείς χτυπάς
με φωτιές και βαριοπούλες  να με μεταμορφώσεις,
κι’ έπειτα πάλι
όλο κρίσεις και επικρίσεις είσαι
και σε τίποτα δε σου κάνω!

Ω αν μ’ ήξερες!
θα μ’ άγγιζες στα σείστρα του ανέμου,
θα με μύριζες σε κάθε ρόδο,
θα μ’ άκουγες σε κάθε κελάιδισμα του αηδονιού
και στον πηλό που πλάθεις και κολλάει στα χέρια σου
θά’ βλεπες  κάθε στιγμή τη μορφή ενός μικρού παιδιού  
μπροστά στην κρήνη όπου έπινες νερό
να σου χαμογελάει!


Nietzsche on the Human Tendency to Ossify Metaphors and Christ Who Shatters All Columbaria

Failure to recognize this state of affairs is, for Nietzsche, one of the central problems with the scientist or rational human being in contrast with the artist or intuitive person. That is, the scientist, who, of course, also constructs metaphors, takes his metaphors to be the truth, the way things really are.  According to Nietzsche, the scientist takes his metaphors too seriously; he ossifies them, whereas the artist recognizes their fluidity and transiency.  To be sure, these metaphors do serve practical and pragmatic purposes.  They help us to affirm ourselves and aid in our self-preservation to some degree.  However, when we forget about their provisional nature, we come to believe that our conceptual edifices are immovable.  When this occurs, the metaphors harden, they ossify-rather, we ossify them, and turn them into columbaria.   (A columbarium is a Roman vault for funeral urns!)  So the rational human being has lost touch with the metaphorical origins of human knowledge and lives his life constructing conceptual systems that display “the regularity of a Roman columbarium” (112).  According to Nietzsche, our (rationalistic) tendency to forget the earthy, metaphorical rootedness of human knowledge, moves us to increasing levels of abstraction-abstractions which we then take to be reality.  These systems of abstractions are likened to a columbarium; they are life-denying and lead to death.  (By the way, I think his critique of the scientist also applies to the philosopher and the theologian).
Clearly, Nietzsche values the flow of life and wants us to remain close to our, so to speak, humble origins.  His warnings against taking our conceptual edifices to be the reality and the one and only way to truthfully describe and explain the world are compelling and worthy of our reflection.  Part of his critique also involves cautioning against pride and calling us to acknowledge our finitude-two points that Christians ought to take seriously.  Yet, as a Christian, there are certain matters, which are central to the Christian narrative and understanding of reality, which Nietzsche fails to consider.  For example, according to the Christian tradition, the created order is now not as it originally was.  In fact, St. Paul, employing a number of earthy metaphors, tells us that creation has been subjected to futility and eagerly awaits its eschatological renewal.
The creation waits with eager longing for the revealing of the children of God; for the creation was subjected to futility, not of its own will but by the will of the one who subjected it, in hope that the creation itself will be set free from its bondage to decay and will obtain the freedom of the glory of the children of God.  We know that the whole creation has been groaning in labor pains until now; and not only the creation, but we ourselves, who have the first fruits of the Spirit, groan inwardly while we wait for adoption, the redemption of our bodies.  For in hope we were saved. Now hope that is seen is not hope. For who hopes for what is seen? But if we hope for what we do not see, we wait for it with patience (NRSV, Rom 8:19-25).
So there is a sense in which, for the Christian, life and the world as now experienced involves a struggle against the natural world-a natural world, which groans and awaits a final release from its dislocation and disintegration.  In other words, something more than a return to the flow of life or even a recognition of the metaphorical origins of knowledge is needed to overcome the prideful tendencies of which Nietzsche speaks.  According to the Christian narrative, a kind of cosmic redemption is needed-a redemption that not only saves us from our pride but also transforms and renews the present state of creation itself.  This is of course precisely what St. Paul claims Jesus’ crucifixion and resurrection accomplished and is accomplishing.  St. Paul doesn’t deny that our life in-between Christ’s advents is a life of eschatological tension both within ourselves and with creation as a whole.
In addition to St. Paul’s use of metaphors, we should also consider the use of metaphor and mythical language in the Genesis creation account.  For example, the author of Genesis speaks of a solid dome upon which fixed stars hang (the raqia).  This mythical description, of course, doesn’t square with contemporary science and our current understanding of the sky, stars etc.  Nonetheless, God chose to condescend to the then-current conceptual categories and to use this mythical language to speak of his creation, as his point wasnot to give us a scientific account of the universe but to proclaim himself as the Creator.  So perhaps we could say that God himself is more like the artist, who plays with metaphor and recognizes its inherent limitations.  Yet, he is unlike the artist (at least the artist in Nietzsche’s description) in that he is in fact trying to teach us something about reality itself, the reality that he himself brought into being and the reality which he is.
Lastly, perhaps participating in liturgical life provides a way to properly acknowledge our finitude and to combat modernity’s “columbaric” tendencies which Nietzsche so aptly describes.  For example, in the Ash Wednesday liturgy of the Anglican/Episcopal Church, as the priest marks our foreheads with ashes, s/he says, “Remember that you are dust, and to dust you shall return.” (Of course, for those in Christ, there’s more to story. We, who are in Christ, shall be resurrected in glorified bodies).  In addition, participation in the Eucharist reminds us through humble material means (bread and wine) of our need for spiritual nourishment, that is, our need to be nourished by Christ’s resurrection life. Confession of sin reminds us of our weakness, our proclivity to idolatry and our continual, moment-by-moment need for God’s grace and forgiveness.  The preaching of the word keeps us rooted in the Christian story and challenges us to submit to God’s, as it were, “interpretation” of reality.
How fitting on this Easter Sunday to allow Nietzsche to teach us about the power and relevance of the Christ-event.  Whether ancient, stone columbariua or modern, conceptual columbaria, neither are able to contain Christus Victor.  He is risen!  He is risen indeed!
Notes

[1] All citations are taken from an anthology edited by Lawrence E. Cahoone, From Modernism to Postmodernism:  An Expanded Anthology, 2nd edition, (Wiley-Blackwell, 2003).
- See more at: http://percaritatem.com/2009/04/12/nietzsche-on-the-human-tendency-to-ossify-metaphors-and-christ-who-shatters-all-columbaria/#sthash.BhB9vQyh.dpuf

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού


Κρύβεις βαθιά στα μάτια σου ανατολή και δύση,
σκορπάς αρώματα σαν μια βραδιά θυελλική,
το φίλημά σου φίλτρο είναι, το στόμα μόσχου βρύση,
που κάνουν τον ήρωα άναντρο κι αντρείο το παιδί.
Από το μαύρο βάραθρο ή απ’ τ’ αστέρια φτάνεις;
Η μοίρα το φουστάνι σου σαν σκύλος ακλουθά,
τον κόσμο πότε μια χαρά πότε ρημάδι κάνεις,
και κυβερνάς τα πάντα Εσύ, δίχως ευθύνη μια.
Πάνω σε πτώματα, Ομορφιά, πατάς και κοροϊδεύεις,
η Φρίκη απ’ τα διαμάντια σου δε λείπει, τα καλά,
κι ο Φόνος, απ’ τα αρεστά στολίδια που μαζεύεις,
χορεύει στην περήφανη κοιλιά σου ερωτικά.
Η αίγλη που γύρω ο θαυμασμός ο εφήμερός σου στέρνει,
σπιθοβολά, φλόγα και λέει: «Ευλογημένη Αυτή!
Κι ο αλαφιασμένος εραστής, πάνω από ‘σε όταν γέρνει,
χαϊδεύεις, λες, τον τάφο του, σαν να ψυχομαχεί.
Ειτ’ έρχεσαι απ’ τον ουρανό, τον Άδη, τι με νοιάζει,
τι, Ομορφιά,, τέρας τρανό, αθώο, φοβερό,
αφού μάτι και γέλιο σου και πόδι σου με βάζει
σ’ άγνωστους κόσμους που αγαπώ χωρίς να τους ιδώ;
Σειρήνα ή Άγγελος, Θεός ή Σατανάς μπροστά μου,
ω, τι με νοιάζει, αφού μ’ αυτήν τη νεραϊδοματιά,
κάνεις- ω φως, ρυθμέ, ευωδιά, μόνη βασίλισσά μου!-
τη γη πιο ωραία και τη στιγμή λιγότερο βαριά;”
(Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, εκδ. γράμματα)

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Πιερ Πάολο Παζολίνι.


Αναρωτιέμαι τι μάνες είχατε.
Εάν σας έβλεπαν τώρα στη δουλειά
σ’ έναν άγνωστο για εκείνες κόσμο,
μπλεγμένους σ’ έναν κύκλο, που ποτέ δεν κλείνει,
από εμπειρίες τόσο διαφορετικές από τις δικές τους,
τι βλέμμα θα είχαν στα μάτια τους;
Εάν ήταν κοντά σας, την ώρα που γράφετε
το άρθρο σας, κομφορμιστές και πομπώδεις,
ή όταν το δίνετε σε συντάκτες που υπέκυψαν
σε κάθε συμβιβασμό, θα καταλάβαιναν άραγε ποιοι είστε;
Μάνες τιποτένιες, με τον αρχαίο φόβο
στο πρόσωπο, εκείνον που σαν κακό αλλοιώνει και θολώνει τα χαρακτηριστικά,
που τα απομακρύνει απ’ την καρδιά,
που τα κλείνει μες στην παλιά ηθική άρνηση.
Μάνες τιποτένιες, οι κακομοίρες, που ανησυχούν μήπως τα παιδιά τους δεν μάθουν καλά το μάθημα του εξευτελισμού: να βρουν μια θεσούλα, να είναι
προσγειωμένα, να μην προσβάλλουν τους προνομιούχους,
ν’ αμύνονται μπροστά στον οίκτο.
Μάνες μετριότητες, που έμαθαν
με κοριτσίστικη ταπεινοσύνη, για μας,
ότι διαθέτουμε ένα μόνο, ξεκάθαρο χαρακτηριστικό,
με ψυχές που μέσα τους ο κόσμος είναι καταδικασμένος να μην προσφέρει ούτε πόνο,
ούτε χαρά.
Μάνες μετριότητες, που δεν είχαν ποτέ
για σας ούτε μια λέξη αγάπης,
παρά μόνο μια αγάπη άθλια άφωνη,
ζωώδη, και μ’ αυτή σας μεγάλωσαν,
αδύναμους μπρος στα πραγματικά καλέσματα της καρδιάς.
Μάνες δουλοπρεπείς, συνηθισμένες από αιώνες να σκύβουν χωρίς αγάπη το κεφάλι,
να μεταδίδουν στο έμβρυό τους το αρχαίο, ντροπιασμένο μυστικό
της ικανοποίησης με τα αποφάγια της γιορτής.
Μάνες δουλοπρεπείς, που σας δίδαξαν
πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένος ο δούλος μισώντας όποιον είναι, όπως εκείνος, αλυσοδεμένος, πώς μπορεί να είναι, προδίνοντας, ευτυχισμένος
και σίγουρος, κάνοντας εκείνο που δεν λέει.
Μάνες άγριες, που προσπαθούν να υπερασπιστούν εκείνο το λίγο που σαν αστές κατέχουν,
την ομαλότητα και το μισθό,
με τη λύσσα σχεδόν εκείνου που εκδικείται
ή που τον περιζώνει μια παράλογη πολιορκία.
Μάνες άγριες, που σας δίδαξαν:
Επιβιώστε! Να σκέφτεστε τον εαυτό σας! Μην λυπάστε και μη σέβεστε ποτέ
κανένα, να φωλιάζει μέσα σας το ένστικτο του αρπακτικού!
Να τες, τιποτένιες, μετριότητες, δουλοπρεπείς,
άγριες, οι μάνες σας!
Που δεν ντρέπονται να σας θεωρούν
– με το μίσος σας – πράγματι ανώτερους,
μιας και δεν είναι αυτή εδώ παρά μία κοιλάδα των δακρύων.
Μ’ αυτό τον τρόπο σας ανήκει αυτός ο κόσμος:
παρά τα αντίθετα πάθη σας
ή τις εχθρές σας πατρίδες,
εκείνο που σας κάνει αδέρφια είναι η βαθιά σας άρνηση
να είσαστε διαφορετικοί: να πάρετε την ευθύνη
του άγριου πόνου να είστε άνθρωποι.
1962
Πιερ Πάολο Παζολίνι.