Share

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Μανώλης Αλυγιζάκης- Υπεράνθρωπος

ubermensch cover







Επωδός

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε 
οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής 
ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί 
οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια 
ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες 
οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν
ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες 
οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης 
ο ερπόμενος κι ο αετός

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια 
οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός 
ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή 
οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου 
ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι 
εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.


ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

      Νωρίς το καταλάβαμε ήταν πολύ αργά για μας, τόπο δεν
είχαμε για ν’ αποδώσουμε τιμές στους άγιους νεκρούς μας.
Πώς να ξεχωρίσεις ποιον να μαστιγώσεις και ποιον
να ανταμείψεις με την εφήμερη τη φήμη, ενώ
μας χτύπαγε η οργή της δεξιάς; Πανσέληνος μάρτυρας
τραγωδίας και μέτρων μιαρών, αφάνταστη χαρά πνευματικού
που επίσης γαλήνευε τη φλογερή μας φύση, «προσπάθησα
ξανά προσεκτικά να δω το τέλος μα ήταν αδύνατο», μας είπε
κι ο φόβος, άχραντος φόβος που τόσο βάραινε τη νειότη μας
και το ταξίδι συνεχίσαμε σε μέρες φωτεινές και σ’ ενοχής
σκοτάδι κι ετραγουδήσαμε το θάρρος μας να ενθαρρύνουμε,
που πέθανε ο θεός, οι μέρες του Υπερανθρώπου αρχίσανε.

Ascertainment

     Early on we understood it was too late for us. There was
no place left where we could honor our saintly dead. Ηow
with lashes to discern who to punish and who to reward
with ephemeral fame while we got flogged by the wrath
of the right? Full moon witnessed tragedies and measures,
unimaginable delight of the confessor who tried to calm down
our resolve, ‘I looked at the impossible end’ he told us and fear,
unblemished fear, how heavy you weighted down onto
our lives as we kept marching in sunny days and in the darkness
of our guilt and we sang courage to give to our courage and
to accept that god was dead the days of the Ubermensch
had commenced.

ΠΗΓΕΣ
Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, spring 2013, Υπεράνθρωπος, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, Μάτριος 2014, τηλ 2310-833665
http://www.libroslibertad.ca/
Αλέξανδρου Ακριτίδη https://www.academia.edu/κντ.
http://apostaktirio.gr/κντ.
http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2014/06/blog-post_3.html

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗΣ.



ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ,ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

ΑΡΓΥΠΝΙΑ

Γριές γυναίκες ξαγρυπνούσαν
δίχως έγνοια καμιά
το σπίτι να σκουπίσουν

να ξεσκονίσουν γυαλικά
στο μπουφέ του έρημου σπιτιού
με τα μισάνοιχτά του παραθύρια

την παραμελημένη αυλή
που οι άλλοι θάψανε
τον ποιητή μιας άλλης εποχής

των συγγενών μας τα κόκκαλα ξεχνώντας
και καν χωρίς μια σκέψη
για τα βρώμικα τους νύχια

στωικά περίμεναν
καθάρια επανάσταση
κι έσκαβαν τάφους
για τους μελλοντικούς νεκρούς

VIGIL

Old women vigilant
with no concern

to dust their coronals
to mop the floor
to rearrange their glassware
in the hatch of the decrepit house

half open windows
neglected yard
where they’ve buried
the poet of another era

bones of their relatives
forgotten, neglected
dirty fingernails

though stoically they wait
for a diaphanous revolution
preparing burial sites
for their future dead


ΣΩΣΙΑΣ 

Σίγουρα δεν ήμουνα εγώ
που έτρεχα χθες βράδυ στο προάστιο
με το πουκάμισο ολάνοιχτο
σαν ξεχασμένη ευσπλαχνία
με την καρδιά περιφραγμένη
στο γαλανό του αιθέρα λιόγερμα
σαν όνειρο που ξέχασε από πού ήρθε
δεν ήμουνα εγώ αλλά ο σωσίας μου
μες το σακκίδιο που έκρυβε
παλιά φωτογραφία δυο αστεριών
που κολυμπούσαν στο λιμνάκι
δίδυμα πρόσωπα ματιά μες στον καθρέφτη
κι εκεί μια στάλα παραπέρα
στεκόσουν εσύ και με παρώτρυνες
στην αγκαλιά σου να λουφάξω
το κόπο μου να ξεκουράσω
μα `γώ κρατούσα πάνω μου σφιχτά
εκείνο το μικρό το αντικλείδι
έτοιμος να το βάλω στην οπή
ν’ ανοίξω σαν τραντάφυλλο τον κόσμο


Certainly it wasn’t I who
last night jogged amid
the suburb houses
with my shirt unbuttoned
like forgotten piety
with my heart encompassed
by the auspices
of the orange dusk
a dream forgetful of its origin
it wasn’t I but my double
who in his bag had hidden
old picture of two stars
swimming in a crystal pond
twin faces, one mirror’s glance
and further on: a single drop
you stood coaching me
to hide in your arms
my tiredness to release though
I tightly held the little master key
ready to place it in the hole and
open the world like a bloomed rose


ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Salonica, Greece, spring 2014


Φωτογραφία: Το ποίημα "ΑΓΡΥΠΝΙΑ" από το βιβλίο μου "ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ", προς έκδοση από το ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.
Παραθέτω το ποίημα και στα αγγλικά για τους αγγλόφωνους φίλους μου.

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Γριές γυναίκες ξαγρυπνούσαν
δίχως έγνοια καμιά
το σπίτι να σκουπίσουν

να ξεσκονίσουν γυαλικά
στο μπουφέ του έρημου σπιτιού 
με τα μισάνοιχτά του παραθύρια 

την παραμελημένη αυλή 
που οι άλλοι θάψανε   
τον ποιητή μιας άλλης εποχής

των συγγενών μας τα κόκκαλα ξεχνώντας 
και καν χωρίς μια σκέψη 
για τα βρώμικα τους νύχια 

στωικά περίμεναν 
καθάρια επανάσταση  
κι έσκαβαν τάφους 
για τους μελλοντικούς νεκρούς

VIGIL

Old women vigilant
with no concern

to dust their coronals
to mop the floor
to rearrange their glassware
in the hatch of the decrepit house

half open windows
neglected yard
where they’ve buried 
the poet of another era

bones of their relatives 
forgotten, neglected 
dirty fingernails

though stoically they wait
for a diaphanous revolution
preparing burial sites 
for their future dead
ΑΓΡΥΠΝΙΑ" από το βιβλίο ,"ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ", 


ΑΡΝΗΣΗ

Δισταχτικά το φεγγαρόφωτο
θρονιάζεται στο κομοδίνο 
περίγραμμα του φλογισμένου της κορμιού
στο έρημο κρεβάτι απλωμένο

σαν ασύστολος επιδρομέας
η χινοπωριάτικη αύρα κλεφτά
ορμά απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο
τις γάμπες της να δει, που απαλά
τρίβονται η μια πάνω στην άλλη

τα δυο της δάχτυλα κυλούν
αργά πάνω στην υγρή της ήβη

ακούσια συνωμοσία ανέμου
και παραθυρόφυλλου, δημιουργούν
ένα τρίξιμο θλιμμένο
που στην πραγματικότητα τη φέρνει

παλμοί καρδιάς ανακλώνται
στου καθρέφτη την ανταύγεια
και πέφτοντας στο πάτωμα νεκροί
κραυγάζουν “άδικη μοίρα κι αυτήν ακόμα
του ονείρου τη χαρά μου αρνήθηκες”.

DENIAL

Hesitant moonlight enters
to sit on the night table
outline of her conflagrated body
laid on the deserted bed

shameless raider
the autumn breeze sneaks through
the half open window
to observe her two thighs
softly rubbing against each other

two fingers travel over
her wet mound

involuntary conspiracy of wind
and window shutter
create sorrowful creak
that brings her to consciousness

heart beats bounce off
the gleaming mirror to fall
dead onto the carpet crying
“unfair life even this dreamy
pleasure you deny me.”
Manolis Aligizakis

(Απ' το νέο βιβλίο ποίησης που εκδίδεται εδώ στη Β. Αμερική 
στα ελληνικά και στα αγγλικά.)

ΨΩΝΙΑ

Η ξανθιά κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε καχύποπτα 
και περίμενε να πληρώσω το λογαριασμό. Την τελευταία 
φορά που εξομολογήθηκες πόσο σου ζήτησε ο παπάς, 
αναρωτήθηκα κι αφήνοντας τις δυο σακούλες με τα ψώνια 
άρχισα νευρικά τις τσέπες μου να ψάχνω ενώ ο γέρος
πίσω μου γέλασε μια μπόχα κρασιού ανακατεμένη με
καλοσύνη που η ματιά της ξανθιάς με είχε κιόλας
αναλύσει και μ’ είχε βρει πτωχό. Κι εγώ συνέχισα
το ψάξιμο λέγοντας στον γέρο πίσω μου,
‘κάθε φορά το ίδιο μου συμβαίνει’, τόσο απλό χαμόγελο
κι απλή η δυσωδία αλκοόλ κι η καλωσύνη και καν
δεν ήξερα ο άνθρωπος πίσω μου πως ήτανε κωφάλαλος
όμοια με τη συννεφιασμένη μέρα.

~Μου αρέσουν όλοι όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί αυτοί
λατρεύουν και ποθούν το πέρασμα στην άλλη όχθη.

ΨΩΝΙΑ Απ' το βιβλίο :"ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ"


O Μανώλης Αλυγιζάκης γεννήθηκε στο χωριό Κολυμπάρι δυτικά απο τα Χανιά της Κρήτης το 1947. Όταν ήταν σε παιδικη ηλικία η οικογένεια του μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη πρώτα και μετα στην Αθήνα όπου εσπούδασε παίρνοντας πτυχίο Πολιτικών Επιστημών απο το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για δυο χρόνια και το 1973 μετανάστευσε στο Βανκούβερ του Καναδα όπου ζει. Παρακολούθησε μαθήματα αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Σάιμον Φρέιζερ. Έχει γράψει τρία μυθιστορήματα ("Στρατής ο Ρούκουνας", εκδ. Μαυρίδης, 1981, "Petros Spathis"-στα αγγλικά, Libros Libertad, 2008, και "The Circle"-στα αγγλικά, Libros Libertad, 2011), περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία ποίησης, που άρχισαν να εκδίδονται τα τελευταία χρόνια με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Manolis, αρκετά άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά που έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες. Επίσης, έχει μεταφράσει στα αγγλικά ποίηση των Κ.Π. Καβάφη, Γιώργου Σεφέρη και Γιάννη Ρίτσου. Μετά απο χρόνια δουλειάς ως βοηθός σιδηρουργού, εργάτης στα τρένα, ταξιτζής και χρηματιστής, πήρε σύνταξη και τώρα ζει σε προάστιο του Βανκούβερ στον Καναδά όπου ασχολείται με το γράψιμο, τον κήπο του και με ταξίδια. Το 2006 ίδρυσε τον εκδοτικο οίκο Libros Libertad με σκοπό την έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων. Ποιήματα του απο την ανέκδοτη συλλογή "Νόστος και άλγος" απέσπασαν το δεύτερο βραβείο στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ του οργανισμού του Ωδείου Φουντούλη του 2011 και διήγημά του με τίτλο "Γενέθλια" απέσπασε το τρίτο βραβείο του ίδιου διαγωνισμού.




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ  ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ
19359_1105223451337_1849316128_203685_202097_n
Της Κωνσταντινας Σκανδάλη.

ΚΑΒΑΦΗΣ- A marvellous piece from Cavafy OST , composed by Vangelis.



"Κρυμμένα

Απ΄ όσα έκαμα κι απ΄ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Η πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα --
από εκεί μονάχα θα με νοιώσουν.
Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τοση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Καθότι -- στην τελειωτέρα κοινωνία --
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ' ελεύθερος θα κάμει. "

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1908)

Picture : Cavafy's poem Κρυμμένα ("Krimmena", Hidden Things) painted on a building in Leiden, Netherlands. ( http://en.wikipedia.org/wiki/Cavafy )

ΚΑΒΑΦΗΣ- Constantine Cavafy : Ithaca (with Elli Lambeti & Mark Isham)


 marvellous piece from Cavafy OST , composed by Vangelis.


As you set out for Ithaca 
hope that your journey is a long one, 
full of adventure, full of discovery. 
Laistrygonians and Cyclops, 
angry Poseidon do not be afraid of them: 
you'll never find things like that on your way 
as long as you keep your thoughts raised high, 
as long as a rare sensation 
touches your spirit and your body. 
Laistrygonians and Cyclops, 
wild Poseidon - you won't encounter them 
unless you bring them along inside your soul, 
unless your soul sets them up in front of you. 
Hope that your journey is a long one. 
May there be many summer mornings when, 
with what pleasure, what joy, 
you come into harbors seen for the first time; 
may you stop at Phoenician trading stations 
to buy fine things, 
mother of pearl and coral, amber and ebony, 
sensual perfume of every kind- 
as many sensual perfumes as you can; 
and may you visit many Egyptian cities 
to learn and learn again from those who know. 
Keep Ithaca always in your mind. 
Arriving there is what youre destined for. 
But do not hurry the journey at all. 
Better if it lasts for years, 
so that you are old by the time you reach the island, 
wealthy with all you have gained on the way, 
not expecting Ithaca to make you rich. 
Ithaca gave you the marvelous journey. 
Without her you would not have set out. 
She has nothing left to give you now. 
And if you find her poor, Ithaca won't have fooled you. 
Wise as you will have become, so full of experience, 
You will have understood by then what these Ithacas mean...

ΚΑΒΑΦΗΣ Πελασγική Εικών


Πελασγική Εικών

Της γης τα σπλάχνα κατοικεί Γίγας πανάρχαιος.
Είναι τριάκοντα αι χείρες του
κ’ οι πόδες του τριάκοντα. Ο μέγας τράχηλός του
τριάκοντα στηρίζει κεφαλάς
κ’ εκάστη έχει οφθαλμούς είκοσιν οξυτάτους,
δι’ ους ημέρα είναι φωτερά
ο ζόφος ο βαθύτατος της γης της βαθυτάτης.
Είναι αργός, είν’ αδιάφορος.
Έχει απείρους θησαυρούς· μεγάλα μεταλλεία
αργύρου, αδαμάντων και χρυσού.
Τον πλούτον τον εξαίσιον, τον περιττόν τον πλούτον
με τους εξακοσίους οφθαλμούς
βλέπει ψυχρώς, κάποτε δε, ίνα ενασχολήση
κανένα του αιώνα, τον μετρά.
Κ’ έπειτα τον βαρύνεται, χασμάται δύο έτη,
και κουρασθείς αποκοιμίζεται.
Ο ύπνος του διέρχεται αιώνας ολοκλήρους·
παν όνειρόν του, μία γενεά.
Aλλ’ αίφνης αφυπνίζεται έντρομος. Εφιάλτης —
της αδεσπότου ύλης γέννημα —
ετάραξε τον ύπνον του, εν τω θολώ καθρέπτη
των απαθών και κρύων του φρενών
αντανακλών φαντάσματα άγνωστα και φρικιώδη.
Τότε τα μέλη τα πελώρια
απλώνει και μ’ εξήκοντα βραχίονας και πόδας
κτυπά τον θόλον του, λακτεί. Κ’ η γη
κλονίζετ’ εκ των βάθρων της· αι πόλεις καταπίπτουν,
 και όλοι πλημμυρούν οι ποταμοί,
και ρέουν από τα βουνά ως κύματα αι φλόγες.
Aνοιγοκλείεται το έδαφος
κ’ οι άνθρωποι κατρακυλούν και θάπτονται εντός του.
Όμως γρήγορα συνέρχεται
ο γίγας, και τους οφθαλμούς τούς παμμεγέθεις τρίβων
καταλαμβάνει ότι μάταιος
ήτο τοσούτος θόρυβος και ταραχή τοσαύτη
διά ονείρου ποταπήν σκιάν.
Γελά με την δειλίαν του και τον πολύν του τρόμον
κ’ εκ νέου εξαπλούται ήρεμος
και τα τριάκοντά του στόματα χαμογελούν.


Κ.Π. Καβάφης - Άπαντα Ποιητικά - εκδ. Ύψιλον

Αναρτήθηκε από 

Πάμπλο Νερούδα-Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις



Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις

Πάμπλο Νερούδα (μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ' τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο -- μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα (Το αστέρι κι η ευχή - από στιγμή σε στιγμή)

Μικρή πτητική θεολογία-Αλκίνοος Ιωαννίδης




Είναι που τώρα τα πουλιά,
τώρα τα χελιδόνια
αποδημήσαν στ' ουρανού τη μέσα γειτονιά.
Τώρα ο Χειμώνας θα κρατήσει
χίλια χρόνια
μέχρι στης ʼνοιξης να λιώσει
τη φωλιά.

Μέχρι η ανάσα σου να γίνει περιστέρι
μέχρι να ανοίξει η αγκαλιά σου
σαν φτερό
θα είμαι σύννεφο κι εξατμισμένο αστέρι
βουνό εξόριστο στον άδειο ουρανό.

Κάπου μακρυά είναι τ' αλλού,
το πουθενά.
Κάπου προς τα εδώ
το τίποτα θα ζήσω.

Κι αν ούτε σπέρνουνε τ' αηδόνια,
ούτε θερίζουν
είναι που στέκονται στο πιο ψηλό κλαδί
και μεταφράζουν την εικόνα που αντικρίζουν
σε δέντρο που είδε το Θεό και κελαηδεί.

Δε σε πιστεύω πια,
δε σε πιστεύω ακόμη
μ'έχει κουράσει
της αλήθειας σου το φως.
Λίγη σκιά να βρω,
στα μάτια λίγη σκόνη
το παραμύθι μου να ζήσω ο φτωχός.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΗΕΛΤΙΟΣ-ΣΚΕΨΗ

Δεν είναι ο θάνατός εκεί που ο χρόνος σου τελειώνει, 
μον’ είν’ εδώ που βρίσκεσαι ετότες που δειλιάζεις 
να βγεις απ’ την απόγνωση ζωή για να τον κάνεις.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ελύτης – η τρίτη διάλεξη για τον Κάλβο

http://panosz.wordpress.com/2008/08/07/calvos-16/

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΤΡΟΙΑ

Λες κι ήταν όλα έτοιμα από καιρό,
στο γονιδίωμα του γαλαξία κεντημένα
και στα κυκλάμινα π’ ανθούν στις άκρες  των γκρεμών,
όπως  ο έρωτας  στα στήθια των κοριτσιών.

Ήσυχα κυλούσε η μέρα
Οι αισθήσεις  πάλλονταν λεύτερα στο ρυθμό του κόσμου,
τα περάσματα όλα μύριζαν  άνοιξη,
κι  όλο το μέσα μέρος καταρράκτες  φωτός
όπου λούζονταν διάφανα αισθήματα
και ζουζούνιζε μια μέλισσα στην καρδιά σου.

Κι όλα άλλαξαν μεμιάς όταν ένα τριαντάφυλλο κόβοντας
το τρύπημα  ένοιωσα  τ’ αγκαθιού κι είδα στο δάχτυλό μου το αίμα.
Έπειτα ήρθαν οι καβαλάρηδες βιαστικοί κι αποφασισμένοι ,
έτσι που πριν καλά-καλά  το καταλάβω
μπροστά στην Τροία βρέθηκα ασπίδα να φορώ
και σχέδια και Δούρειους ίππους να μηχανεύομαι
-σαν τους  Αχαιούς-
εγώ, ο άσκοπος,
που τον έρωτα θέλησα να  ζω

στο θαύμα υποταγμένο.