Share

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Τσιαντής : “ΠΕΤΡΟΚΑΡΑΒΑ” (προδημοσίευση)

  “ΠΕΤΡΟΚΑΡΑΒΑ”

📖
Έτοιμο το ΝΕΟ μου Μυθιστόρημα.
✌️
Πάμε για επιμέλεια και
🔜
έκδοση…
Απόσπασμα από το “Το μαγειριό της κυρά Δήμητρας”
“Χτυπώ νεκροί κι ανοίξτε μου”
Φτάσαμε ακριβώς στην εξώπορτα από το μαγειρείο της κυρά Δήμητρας. Τα ακαταλόγιστα κόπηκαν μαχαίρι. Οι κεφτέδες κατάφεραν να επαναφέρουν τη σκέψη του κυρ Βαγγέλη. «Ο άνηθος έχει έντονη μυρωδιά. Σου παίρνει τα σαράκια σου», θυμήθηκα εκείνα τα λόγια της κυρά Δήμητρας. Και ναι, ήταν προφητικά. Του άνοιξαν τα ρουθούνια και την όρεξη. Του ξεκόλλησαν τη μαυρίλα. Η οσμή είναι ένας άλλος κόσμος. Ο σκύλος δεν βλέπει καθαρά αλλά ζει πανευτυχής σε έναν κόσμο με μυρωδιές. Μπήκαμε μέσα μαζί με το σκυλί και πιάσαμε το μοναδικό τραπέζι δίπλα από το παράθυρο με το κεντητό κουρτινάκι. Εγώ κάθισα αντίκρυ από το παραθύρι να αγναντεύω όπως τότε στο ορφανοτροφείο και η «Αθανασούλα» στάθηκε στα δυο της πόδια ακριβώς δίπλα μου. Ο Κυρ Βαγγέλης έπιασε δυο καρέκλες. Μια για αυτόν και μια για τον Χάρο. Παραγγείλαμε το μισό κατάλογο. Κεφτέδες, μπουρέκια, μπεκρή, ντολμάδες, παπουτσάκια, χωριάτικη και για τον πρώτο γύρο ένα κιλό κρασί. Στο μαγαζί επικρατούσε ησυχία. Δεν είχε οχλαγωγία από συζητήσεις και γέλια. Έτρωγες ευλαβικά τους μεζέδες και άκουγες μυσταγωγικά τις παραγγελιές του καθενός. Ο κυρ Θανάσης, ο ρεμπετολόγος, δεν έχανε μέρα από το στέκι. Ο Νίκος έλειπε. «Πήρε απουσία σήμερα», μου ψιθύρισε το γκαρσόνι. Στα μπουζούκι έπαιζε ένας νεαρός με λεπτά και μακριά δάχτυλα και στο ρεμπετοκίθαρο ένας νταβραντισμένος ασπρομάλης με κάτι χέρια τανάλιες. «Οικοδόμος ο μπάρμπα Μήτσος. Δυνατός παίχτης. Έπαιζε στα πάλκα με τους παλιούς. Αυτό είναι το εγγόνι του. Αυτός τον μεγάλωσε. Αυτός τον έμπασε στα λαϊκά. Ταλεντάρα ο μικρός. Από τη Χούντα και μετά οι δυο τους έχουνε μείνει. Άσε πικρή ιστορία», συνέχισε το ραπόρτο ο σερβιτόρος. Σε αυτό το μέρος ο καθένας είχε να πει και μια μεγάλη πίκρα από τη ζωή του. Το καταλάβαινες από τον τρόπο που παίζανε, τραγουδούσανε, πίνανε και χορεύανε. Λες και ερχόντουσαν για να ξορκίσουνε τα φαρμάκια τους με μουσική, φαγί και πιοτό. Ο κυρ Βαγγέλης δεν ρούπωνε με τίποτα. Ξεδίψαγε με κρασοπότηρα και ντερλίκωνε με κεφτέδες. Δεν πρόλαβα να παραγγείλω και ήρθε άλλο ένα κατρούτσο με κοκκινέλι. «Κερασμένο από τον κυρ Θανάση», μου είπε το γκαρσόνι και γύρισα προς το μέρος του να τον ευχαριστήσω. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος και μας αφιέρωσε δυο λόγια και ένα άσμα. «Αυτό είναι τραγούδι του Τσιτσάνη. Διασκευασμένο και ηχογραφημένο από τον Κατσαρό στην Αμερική το ‘46. Ανέμελο ρυθμό με σκωπτικά λόγια. Αφιερωμένο στους Αλύγιστους!… «και μας πήγαν Εξορία βάρκα γυαλό». Όλο το μαγαζί άρχισε να τραγουδάει. Το άσμα ήταν περισσότερο κιθαριστικό με παιχνιδιάρικο και κάπως κοροϊδευτικό σκοπό. Η ρυθμική αγωγή έμοιαζε με εκείνα τα παραδοσιακά Αμερικάνικα της φάρμας, μόνο που αντί για καλπασμό αλόγων είχε παφλασμό θάλασσας. Τα λόγια με τον ρυθμό αυτόν δεν σε τρόμαζαν. Αντιθέτως σε δυνάμωναν απέναντι στο βασανιστή. Μας πήρε και μας σήκωσε και εμάς. Πρώτος ο κυρ Βαγγέλης που έδειχνε ότι γνώριζε τα λόγια και μετά δειλά και εγώ να τραγουδώ στο δίπλωμα. Όλο το μαγαζί έγινε μια χορωδία. Ακόμα και η κυρά Δήμητρα βγήκε από το τηγάνι και ξαπόστασε στο πάγκο της για να το ακούσει. Το τραγούδι αναφερότανε στο φαγητό που δίνανε στους εξόριστους στα ξερονήσια. Διακωμωδούσε τα ανθρώπινα για να μπορέσεις να αντέξεις τα απάνθρωπα.
Δεν το πίνουμε το γάλα, βάρκα γιαλό
δεν το πίνουμε το γάλα
ούτε και τη μαρμελάδα
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Και μας πήγαν εξορία, βάρκα γιαλό
και μας πήγαν εξορία
μακριά από την Αθήνα
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Και μας δίνανε μπιζέλια, βάρκα γιαλό
και μας δίνανε μπιζέλια
που τα ρίχναν στα κουνέλια
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Και θα βάλω σημαδούρα, βάρκα γιαλό
και θα βάλω σημαδούρα
κι έτσι θα το σκάσω ζούλα
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Με το που τελείωσε το τραγούδι οι περισσότεροι χαχάνισαν ρίχνοντας αναθεματισμούς και μπινελίκια στους φασίστες. Ο κυρ Βαγγέλης μήτε χαμογέλασε, μήτε έβρισε. Δεν μπορούσε ακόμα να γελάσει το χείλος του με αυτά που βίωσε. Δεν το έβρισκε ούτε ως αστείο, ούτε ως εκδίκηση. Το μόνο που τον ένοιαζε είναι να μαθευτούν και να αποκατασταθούν οι άνθρωποι και τα γεγονότα, και σε αυτό βοήθησε η Παναγία του, αυτή η ιερή γυναίκα εκ Παρισίων που εμφανίστηκε μπροστά του σαν όραμα. Για αυτήν μου έλεγε και πάλι. Αλλά αυτή τη φόρα όχι με θολωμένο μυαλό από φαντάσματα και διαόλους αλλά ευφραντικά από το κόκκινο κρασί. Ο Βαγγέλης είχε φάει και είχε πιει του σκασμού. Μέθυσε όμορφα. Μήτε παραπάταγε, μήτε τρίκλιζε. Τραγουδούσε, έπινε και ομολογούσε πόσο ανάλαφρος ένιωθε πλέον που παρέδωσε στην Παναγιά την ιστορία του. Μου εκμυστηρεύτηκε επίσης ότι τραγουδούσε και αυτός. «Εμείς στον Τύρναβο μαθαίνουμε από μικροί να αγαπάμε τα κλέφτικα, του βουνού και της τάβλας. Μαθαίνουμε να ανοίγουμε το στόμα μας και να αυτοσχεδιάζουμε τον καημό μας. Μοναχικά τετράστιχα για λίγους. Για αυτούς που πόνεσαν βαθιά. Έτσι έμαθα και τους Αμανέδες», κατέληξαν τα λόγια του με περηφάνια για τον τόπο του.
Ήταν Κυριακή εκείνη την ημέρα. Μου το ρώτησε πάνω από πέντε φορές ο Βαγγέλης. Είχε βραδιάσει και το μαγαζί ήταν φίσκα. Ακόμα και ο σερβιτόρος που είχε τελειώσει το ωράριο του δεν έφυγε. Κάθισε να απολαύσει τον πιτσιρίκο μπουζουκτσή. Ο νεαρός έπαιζε τόσο αρμονικά και χαλαρά που σε μάγευε από τις στρογγυλές του νότες. Του άφηνε και χώρο ο μπάρμπα Μήτσος για να ξεδιπλώσει τα χρώματα της νιότης του. Έβαζε ένα τέμπο και πάνω σε αυτό το πλαίσιο άφηνε το μπουζούκι να χρωματίσει τον καμβά. Μετά έμπαινε στο θέμα. Ανάλογα τους στίχους ήτανε και οι νότες. Τα εισαγωγικά από τα θανατερά τα παίζανε ουτίστικα, αργά και μακρόσυρτα για να σου αφήνει στο φευγιό μια γλυκιά αίσθηση που δεν ετέμνετο με τα επίγεια. Το κλείσιμο όμως ήτανε κανόνας. Φινάλε αλέγκρο της καλής αντάμωσης!
- Ισίδωρε νιώθω ότι είναι Κυριακή
- Ρε Βαγγέλη τι σε έπιασε με τις ημέρες;
- Στο ‘ χα πει. Δεν το θυμάσαι;
- Τι πράγμα;
- Έτσι το φαντάστηκα, έτσι το ήθελα να γίνει.
- Ποιο;
- Με σφίγγει πάλι το στήθος και το στομάχι μου!
- Παράφαγες μωρέ.
- Θέλω πω ένα τραγούδι να ξελαφρώσω!
- Να το πεις Βαγγέλη μου
- Ένα Μινοράκι. Ένα Μανέ του Στράτου!
Δεν γνώριζα μήτε τον Στράτο, μήτε τι είναι ο Μανές. Μετά από μέρες έψαξα, άκουσα και συγκλονίστηκα. Είναι ψαλτοτράγουδα. Είναι σαν Ψαλμοί. Πατάνε πάνω στα δικά μας, έχουν ρίζα Βυζαντινή. Μόνο που η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή μπορεί να περνάει περίτεχνα από τα μακάμια και την παράκληση του ψάλτη αλλά και να στέκεται σε τσαλκάτζες και γυρίσματα που σε μπάζουνε σε υπόγεια και τεκέδες. Και όμως γεφυρώνονται στους ίδιους δρόμους. Ο ψαλμός είναι προσευχή και δέηση προς τα ουράνια ενώ ο αμανές εξομολόγηση και μαράζι προς τα ζώντα επίγεια.
Ο κυρ Βαγγέλης σηκώθηκε βαστώντας με τη γροθιά τα στήθια του. Πήρε την καρέκλα του και πήγε στην ορχήστρα.
«Καλώς τονε. Τι έχεις κέφι να μας πεις;» του είπανε ταυτόχρονα οι μουσικοί. «Χτυπώ Νεκροί κι ανοίξτε μου», απάντησε ο νεωκόρος και στρογγυλοκάθισε. Οι μουσικοί κοιταχτήκανε απορημένοι. Δεν ήτανε εύκολα τραγούδια αυτά. Δεν τα ακούμπαγες εάν δεν τα έλεγες όπως πρέπει. Ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί που τα λαλούσανε. Ο μπάμπα Μήτσος έδειξε εμπιστοσύνη. Έβαλε το τέμπο τόσο αργά που νόμιζες ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Κοπάναγε τη μπάσα χορδή κάνοντας το αρχικό «ντουμ» του μέτρου ισχυρό και καθηλωτικό. Τα πρίμα τα πέρναγε ρυθμικά απανωτά σαν να βιαζόντανε να κλείσει το μέτρο για να ακουστεί ξανά ο κρότος. Το μπουζούκι μπήκε στις ψηλές οκτάβες. Καρφωμένος γύρω από μια νότα στόλιζε άλλοτε στακάτα και άλλοτε χρωματιστά δημιουργώντας ένα ισοκράτημα που έμοιαζε με τον πένθιμο ήχο της καμπάνας. Ο κυρ Βαγγέλης πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε με ένα πρώτο και μακρύ λαρυγγισμό «Ααααχ», χρωματισμένο από την εναρμόνια οκταηχία του Βυζαντίου. Κοκκαλώσαμε όλοι. Ήταν τόσο βροντερό, απόκοσμο και σπαραχτικό αυτό το αλύχτισμα που ακόμα και ο σκύλος σηκώθηκε στα δυο του πόδια και γρατζούναγε ταραγμένος το παράθυρο. Η μπάσα νότα ξανά έδωσε το σύνθημα. Ο τραγουδιστής μπήκε στην πρώτη αράδα με παρακαλετό και ωδή προς τον Άδη. «Χτυπώ Νεκροί κι ανοίξτε μου»…
Οι θαμώνες κοιταζόντουσαν έκπληκτοι. Τράβαγε τα φωνήεντα για να τονίσει τον πόθο της ύστατης επιθυμίας του. Η φωνή του σε κατάπινε όπως τα δυο μέτρα γης που σε ρουφάνε. Η ορχήστρα ακολουθούσε πιστά το ρυθμό και τα λαρυγγικά γυρίσματα. Περίμενε την κάθε καταληκτική του φράση για να βάλουνε και το ανάλογο ακόρντο. Ο Βαγγέλης μπήκε ξανά για να ολοκληρώσει το δίστιχο διαβαίνοντας αυτή τη φορά σε άλλους χρωματικούς δρόμους με επίμονα συλλαβιστά λόγια.
«Να μπω για να σκουπίσω»…
Το πρώτο δίστιχο είχε τελειώσει. Δυο ήτανε όλα κι όλα και όμως μοιάζανε με αιωνιότητα. Το μπουζούκι τράβηξε μπροστά και άρχισε το ταξίμι για το απέραντο. Μια γέφυρα μεταξύ των δυο κουπλέ πριν πάμε στο φινάλε. Ο κυρ Βαγγέλης απολάμβανε τη μελωδία και το ταξίδι. Κοίταξε προς το παράθυρο, εκεί που ο σκύλος γρατζούνησε και κατασπάραξε τα κουρτινάκια που κόβανε τη θέα. Ορθάνοιξε τα μάτια του και αγνάντεψε με κατάνυξη πέρα από το τζάμι. Απέξω στεκότανε η Παναγία των Παρισίων του. Τον κοίταζε με απέραντο θαυμασμό και υπόσχεση. Στα χέρια της κρατούσε ένα πρωτοσέλιδο της Liberation με το Γαλλικό τίτλο «LES ENFANTS INCONNUS D’ ITZEDIN” και ας μην γνώριζε γαλλικά εκείνος επιτέλους χαμογέλασε ψελλίζοντας στα χείλη του «ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΙΤΖΕΔΙΝ». Αυτό αισθάνθηκα ότι βίωσε εκείνη τη στιγμή και εμένα δεν με γελά το ένστικτο.
Η ορχήστρα του έκανε νόημα να μην ξεχαστεί για το δεύτερο δίστιχο. Ο Βαγγέλης λουσμένος από κρύο ιδρώτα είχε μια ωχρότητα και ταχύπνοια που δήλωνε επίλογο. Με τη μπουνιά στα στήθια λάλησε μονοκοπανιά και περήφανα το τελευταίο του κουπλέ. Σταμάτησε μόνο να πάρει μια κοφτή ανάσα στη λέξη «παντοτινό». Τότε μας κοίταξε όλους με ένα πλατύ χαμόγελο, λες και μας αποχαιρετούσε, και έκλεισε τη φράση του.
«Να μπω για να σκουπίσω
Τον τόπο τον παντοτινό,
όπου θα κατοικήσω»
Η ορχήστρα με το που τέλειωσαν τα λόγια έκανε φινάλε. Μπήκε σε ένα γρήγορο και μόρτικο σερβικάκι που σε ανατάσσανε και σε χόρευε. Η γροθιά του Βαγγέλη ξέσφιξε και γλίστρησε προς την καρέκλα, όπως και τα μάτια του που πετάρισαν προς το τζάμι. Όλοι μας βαρούσαμε ρυθμικά παλαμάκια πάνω στη γρήγορη πενιά του νεαρού. Τρεις σηκώθηκαν ακριβώς μπροστά από την ορχήστρα και χόρεψαν σεβάσμια και λιτά, σαν να αποχαιρετούσαν το φευγιό ενός αγνώστου.
Ο Κύριος Ευάγγελος αποδήμησε με χορό και τραγούδι. Ταξίδεψε Κυριακή, όπως μου είχε πει κι ας μην το είχα συγκρατήσει. Στο μαγαζί επικράτησε χαμός. Όταν τελείωσε το τραγούδι και ο χορός ο Βαγγέλης έπεσε από την καρέκλα. Έτρεξα πρώτος κατά πάνω του και μετά όλοι οι υπόλοιποι. Τον σηκώσαμε, του κάναμε αναπνοές και συμπιέσεις αλλά τίποτα. Ήταν αγκυλωμένος με ένα χαραγμένο χαμόγελο αγαλλίασης και τα μάτια στραμμένα στο παραθύρι. Ο Χάρος τον λυπήθηκε. Του φέρθηκε ακαριαία. Δεν ταλαιπωρήθηκε στο θάνατο όπως στη ζωή του. Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου ήταν η διάγνωση. Την κηδεία την ανέλαβαν οι θαμώνες του μαγαζιού μαζί και εγώ. «Θα κάνουμε ρεφενέ για τον άγνωστο φίλο», αναφώνησε η κυρά Δήμητρα και ήτανε εντολή. Άκου έκφραση. Άγνωστο Φίλο. Δεν την ένοιαζε που δεν τον γνώρισε. Φτάνει που είδε και έμαθε για τα φαρμάκια του. Στο παράθυρο δεν ξανά έβαλε κουρτινάκια. Το άφησε ανοιχτό για χάρη του Βαγγέλη. Για να αγναντεύει από ψηλά τους κεφτέδες και τα «μνημόσυνα» του καπηλειού.