Share

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Κώστας Τσιαντής : ΨΥΧΗ

 


Costas Tsiantis 20 Φεβρουαρίου 2022  Κοινοποιήθηκε στους εξής: Οι φίλοι σας

ΨΥΧΗ
Μπορεί και νάμαι περιττός
ένα σημείο αφανές στο αχανές διάστημα
που δεν επηρεάζει τίποτα και σημασία δεν έχει
για κανέναν ˑ
ένα δρομάκι καθημερινό που αναδιπλώνεται στη σιωπή του,
μια νότα απ' το απέναντι πεζοδρόμιο για να μετράνε οι ρομαντικοί την ευαισθησία τους μαζί με την ασημαντότητα των βρύων,
ένα ''Κύριε εκέκραξα'' μιαν εσπέρα Σαββάτου, την ώρα που ανηφορίζει λαμπρός ο αποσπερίτης κι ανάβουνε ψηλά οι λύχνοι του στερεώματος.
Μπορεί και νάμαι περιττός
μα έχω κι εγώ ψυχή.
Δες!
Αεράκι απόμακρο πηγαινοφέρνει την κουρτίνα, ωθεί το ιστίο μεσοπέλαγα
ανοίγοντας τους πόθους στο ταξίδι.
Δε βρήκε κανείς ποιός το στέλνει.
Φτάνει από μακριά σαν ανώνυμη χάρη--
ακόμα και τότε που δεν είναι εκεί
κανείς.
Ίσως και να του μοιάζω κάποτε,
όταν περνάω δίπλα σου στη μεγάλη σάλα αεράκι γιασεμιού
ελπίζοντας μήπως με διακρίνεις μέσα στο πλήθος
του χορού των μεταμφιεσμένων.
Σκαλώσαμε εδώ μες τα γκρεμνά και ζοναγκιαστήκαμε*
της πατρίδας τις μεγάλες πέτρες και τα ευγενή ιδεώδη των συντρόφων
με αξιοπρέπεια κατά τα μέτρα μας σηκώνοντας.
Γενεές επί γενεών με τον έρωτα και το θάνατο αναμετρηθήκαμε
τη γραμμή του φωτός ακολουθώντας
μέχρι την κόψη του σπαθιού και τη λάμψη της Ανάστασης.
Άντρες, γυναίκες και αμούστακα παιδιά
έζησαν και πέθαναν πολεμώντας
προσδοκώντας πρόσωπο ανθρώπου να φανεί στου σκοτεινού ποταμού
την ασπρόπετρα.
Και κοκκίνιζαν τα μάγουλά τους από ντροπή αν τύχαινε κι έλεγες
πως κιότεψε ή δείλιασε κάποιος.
Αλλά ετούτοι εδώ τις ξένες συνήθειες ακολούθησαν και με τα κολαστήρια
των ψυχών και των σωμάτων άνοιξαν παρτίδες, με τα Νταχάου
απανθρωποίησης των ανήμπορων και ανίσχυρων
που θεία Σκέπη τα ονομάσαν.
Βελάζουν στα υπόγεια οι αμνοί, μα κανείς δεν ακούει.
Ανοίγει λαγούμι η βία, μα κανείς δεν καταγγέλλει.
Μάζα ευάλωτη και μεταποιήσιμη η ύπαρξή τους δίνει το κέρδος της
μέχρι ασύμφορη να καταστεί και περιττή
και άδειο ρημαγμένο κουφάρι ριχτεί στον Καιάδα
πριν να προλάβει να περάσει τον Αχέροντα.
Κάποτε η Νέμεση εμφανίζεται, όμως
δεν υπάρχει πλέον κανείς δικαίωση να λάβει.
Ανοιχτό του θηρίου το στόμα, περιμένει
μεταμφιεσμένο στη γωνία...
Αθήνα 20/10-4/11 2018 & 19/2/22.
** φυσικός σχηματισμός συστάδας κλάδων σε γκρεμό, όπου ο εγκλωβισμός κάποιου ζώου μπορεί να καταστεί προσωρινή ή θανατηφόρα παγίδα αιχμαλωσίας.

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Αρκαδία VII - Ο Επιζών

 


Αρκαδία VII - Ο Επιζών Στίχοι Τάκης Σινόπουλος Μουσική Μίκης Θεοδωράκης Ερμηνεία Μαρία Φαραντούρη Ω! που είναι, ω! Σε ποια κατηφοριά με το κεφάλι στ' ανοιχτά σαγόνια του ήλιου, μέ χέρια καί μέ πόδια φαγωμένα απó τη λύσσα του ήλιου. Ω! που είναι, ω! τα παιδιά μου τά πανύψηλα, ο πατέρας μου ο άσπρος κι ό πανύψηλος. Κι η μάνα μου που είναι άσπρη και πανύψηλη. Ω! που είναι, ω! Σέ ποια κατηφοριά με το κεφάλι στ' άνοιχτά σαγόνια του ήλιου. Κι εγώ που είμαι, σε ποια χώρα, σε ποια γή, πάνω απ' τη γη σε ποια βουνά που καίνε, το μάτι ακοίμητο παραμονεύοντας μες απ' τα ξερολίθαρα. Ακούγοντας τα βήματα και το μουρμούρισμα, ακούγοντας το μουρμούρισμα και την προσταγή ακούγοντας το πείσμα και την έπαρση τη μεταμέλεια ακούγοντας και την άλλη φωνή πιο ήσυχη, πιο σίγουρη. Ω! που είναι, ω! Θρύψαλα από γυαλί σκορπισμένα σε τούτα ή σε κείνα τα βουνά. Κουρέλια και χαρτιά σαπίζοντας σε τούτα ή σε κείνα τά βουνά. Άσπροι πανύψηλοι, φωνάζοντας χωρίς φωνή κι εγώ που είμαι, κι εγώ που είμαι, ω! Παραμερίζοντας ένα δάσος αράχνες ξεφεύγοντας ολοένα γυρίζοντας σ' ένα δάσος με τύμπανα, επιμένοντας η φωνή μου ν' ακουστεί σε τούτες τις εποχές χτυπώντας και χτυπώντας πόρτες, παράθυρα που κλείσανε τούτες τίς έποχές με πρόσωπο ερευνητικό αναγγέλλοντας τη νύχτα που υπάρχει μέσα στη νύχτα καθώς υπάρχει ο σπόρος μες στη γη, η χόβολη στο κάρβουνο καθώς υπάρχει ο φόβος κι ο καημός μες στη φωνή του ανθρώπου.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Παντελής Μπουκάλας Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2024


ΑΝΕΦΙΚΤΟ
Κανένα ποίημα δεν είπε δεν θα πει
το σπαραγμό στο βάθος του
εκεί που κατοικεί γυαλί τριμμένο
Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν απέδωσε δεν θ’ αποδώσει
τον άνθρωπο
γυναίκα άντρας
που φεύγει απ’ τη δουλειά
ο ήλιος νυχτωμένος
και σπίτι του τα πόδια του πεισματωμένα
δεν τον στρέφουν
τον περιμένουν δεν τον περιμένουν
και να χαθεί, αυτό ποθεί,
κομμάτια κομματάκια
να μηδενιστεί
γιατί έχει νύχτα μέσα του αυθόρμητη
βαρύτερη απ’ του ήλιου
κι έχει το δέρμα πέτρινο από μια θλίψη
πού της περιττεύουν οι αιτίες
Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν τραγούδησε και δεν θα τραγουδήσει
την αγωνία όποιου αγαπά και δέεται
να φύγει γρήγορα να φύγει ο χρόνος
όσον γεωργεί σμιγμένος με την αγαπώ του
για να 'ρθει γρήγορα πιο γρήγορα να 'ρθεί
ο άλλος χρόνος ο επόμενος
να σμίξει πάλι με την αγαπώ
να γεωργηθούνε
Κανένα ποίημα ποτέ του
δεν ιστόρησε και δεν θα ιστορήσει
τον πανικό να μη θυμάσαι
καν τι μήνας
ποια η μέρα
έτσι όπως τα φύλλα στο ημερολόγιο
καθηλωθήκαν στο φθινόπωρο
Κανένα ποίημα ποτέ του δεν ετόλμησε
δεν θα τολμήσει να το πει
πως αληθεύει με το ψέμα του ο άνθρωπος
– και δίχως όχι
Κανένα ποίημα ποτέ του δεν υψώθηκε
και δεν θα υψωθεί
όσο χελιδονάκι ταπεινό χωμάτινο
που απ’ το πολύ το μαύρο του
ολολευκαίνεται
Κανένα
Γι’ αυτό και συνεχίζουμε να γράφουμε.

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

"ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ"




«Οι δυνατές βάσεις από ένα μεγάλο πέτρινο τόξο που γεφύρωνε τον Μέγδοβα κάτω από το χωριό Νεράιδα (Σπινάσα) είναι ό,τι έχει απομείνει από το ονομαστό Μέγα Γεφύρι, το πιο σημαντικό του αρχαίου βατού δρόμου που ένωνε κάποτε την Αιτωλία με τη Θεσσαλία. Η ανατίναξή του, τον Ιούνιο του 1949, με εντολή μάλιστα ενός ευρυτάνα ανώτερου αξιωματικού και σε εποχή όπου οι πολεμικές συγκρούσεις με τους αντάρτες του ΔΣΕ στην περιοχή είχαν τελειώσει, αποτελεί και την αρχή για την παρακμή ολόκληρης της περιοχής, ενώ, μέχρι σήμερα, στις αιτήσεις των κατοίκων της Νεράιδας και των χωριών της Ευρυτανίας απέναντι για τη γεφύρωση του ποταμού καμία Αρχή της πολιτείας δεν έχει δώσει ακόμη θετική απάντηση... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Παντελής Μπουκάλας | Σήματα Λυγρά | εκδόσεις Άγρα

 | Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2024 απονέμεται στον Παντελή Μπουκάλα για τη συνολική προσφορά του στα Γράμματα |




Τρόπους πολλούς να ζήσουμε
δεν έχουμε.
Κάποτε εφευρίσκουμε ένα σώμα,
ψίχουλα δόξας,
και ξοδεύουμε το θάνατο.
Κι άλλοτε
διασχίζουμε αναπόταμα τη μοναξιά
να ξαναβγούμε στην πηγή του ανθρώπου
κι ας πικρή.
Συνήθως αρκεί
ένα εκκρεμές χαμόγελο
ένα φιλί νόστιμο σαν την καλή κουβέντα
ένα σπουργίτι ταπεινά ελεύθερο
μια βροχή που χαίρεται το βέβαιο τέλος της
ένα σπίτι που ανασαίνει ψυχές τη νύχτα
όταν σε παίρνει μέσα του να σε ξαναγεννήσει
ένα χορτάρι σκήνωμα θεού
συνήθως αρκεί
για να εγερθούμε άλλη μια φορά
στο μπόι της ομορφιάς μας.

| Παντελής Μπουκάλας | Σήματα Λυγρά | εκδόσεις Άγρα |

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Eternity and a day, Eleni Karaindrou at Concert Hall of Athens

Κωστής Παλαμάς Μια πίκρα

Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978) Οι αποστάτες της θάλασσας



Είναι τώρα τ’ αστέρια που πασχίζουν
να λάμψουνε στα μάτια σου
δυο φώτα βραδινά
που ξεστρατάν απ’ το γρι-γρι του γαλαξία.
Χορεύει η νύχτα με τ’ αγέρι
χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού
στο στήθος της θάλασσας.
Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο
στο στόμα της γαλήνης
– έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις
έτσι που το γράφαμε στους τοίχους
τίτλο του καινούριου τραγουδιού μας.
Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά
να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα.
(Πέρα στην πολιτεία
στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει
είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ’ απεργήσουν
ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.)
Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου
οι ώρες του μεσημεριού
να γίνεις άξιος της νύχτας
σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του
μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες.
Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά
ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη
με μια κόκκινη μαντίλα στα μαλλιά της;
(Τι τάχα να ’γιναν οι εκλογές
πέρα στην πολιτεία;)

Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά
γραμμή στον πέρα ορίζοντα
κι ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας
να πέφτει ο ίσκιος στα νερά
σα να ’σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης.
(Οι σύντροφοι τις κέρδισαν – το νιώθεις
πέρα στην πολιτεία.)
Αρχίζουν να περνάν
οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ’ αστέρια
ένα κλωνάρι φως στ’ αυτί τους
τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά
και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια
να κοιμηθούν μαζί της.
(Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους
κι είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα
και πού να πας και πώς να βγεις
ν’ ακούσεις τον απόηχο του δάσους
–χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό– χορτάρι κι ανεμώνες;)
Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα
ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα
χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι
σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου
και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος
στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι
στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι
να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα
να ’ναι φρουρός στον ύπνο μας ν’ αχνογελά η αυγούλα
στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.

Πηγή: Ακόμα τούτη η άνοιξη (1946), στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974 Αθήνα: Καστανιώτης 1978.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Eleni Karaindrou - The Weeping Meadow - (Greece , Piraeus 17-10-2015 )

CANTO GENERAL_vienen los pajaros 1983

MΙΧΑΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ Μετά Το Ναυάγιο




Στίχοι:  
Μιχάλης Τερζής
Μουσική:  
Μιχάλης Τερζής


Νά `μαι λοιπόν εδώ μετά το ναυάγιο
μόνος σε μια σχεδία,
στη μέση του πελάγου,
στο πουθενά του κόσμου.

Τίποτα απ’ τα υπάρχοντά μου
δεν μπόρεσα να σώσω,
παρά μονάχα μιαν ιδέα
και μια εικόνα από τα μάτια σου,
η μόνη συντροφιά μου.

Νά `μαι λοιπόν εδώ μετά το ναυάγιο
ανάμεσα στα κύματα,
να ψάχνω την αιτία
και τη χαμένη ρότα

Τίποτα απ’ τα υπάρχοντά μου
δεν μπόρεσα να σώσω,
οι φίλοι μου χαθήκανε
πλανιώνται στους βυθούς σαν τύψεις,
στο πουθενά του κόσμου.
R
Τι έφταιξε τι έφταιξε,
ποια ήταν η αιτία,
όλοι μιλούν για χίλιες εκδοχές
όμως εγώ μονάχα ξέρω να σας πω,
ποια ήταν η αιτία..

Ήθελα περισσότερα
από όσα μπορούσα
κι απ’ όσα είχα ανάγκη.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ερωτικό Κάλεσμα - Μενέλαος Λουντέμης

 Έλα κοντά μου. Δεν είμαι η φωτιά.

Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι η φωτιά.
Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο άνεμος.
Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι ο άνεμος.
Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο ωκεανός.
Τους ωκεανούς τους δαμάζουν οι Τρίτωνες.
Τους ημερεύουν οι ζέφυροι.
Τους μαγεύουν οι σειρήνες. Όχι.
Δεν ειμ’ ωκεανός.
Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε λιμάνι.
Δε σου τάζω την απανεμιά.
Ούτε τις γλυκές ισημερίες,
και τις αλκυονίδες ζεστασιές.
Δεν είμαι λιμάνι.
Εγώ… Δεν είμαι…
Παρά ένας κουρασμένος στρατολάτης.
Ένας αποσταμένος περπατητής…
Που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
για ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Και αν θέλεις…
Έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.
Ερωτικό Κάλεσμα - Μενέλαος Λουντέμης, 14 Ιανουαρίου 1912 - 22 Ιανουαρίου 1977