Ψηλά στα Άγραφα, στη διάφανη πηγή
Πέταξε ο έρωτας αετός κι αντρειωμένος.
Κι εγώ σκιά, στων ψευδαισθήσεων το κελί,
ψεύτικο μπόι κι από φτερά ψαλιδισμένος.
Έρωτας άγιος, αιώνες πολεμά
να ανοίξει στο σφαγείο μας φεγγίτη.
Όπου με κόψαν και με χώρισαν στα δυο,
πάθη, εμπόροι, κι εσύ, εκπρόσωπε αγύρτη.
Συντρίμμια αλήθεια και χαμένα ιδανικά,
σπασμένη στάμνα, το λιόσταγμα χυμένο.
Με ένα κερί στης αγοράς τη σκοτεινιά,
εσένα, άνθρωπε, ζητώ και περιμένω.
Απ’ του πελάγου το βυθό μια μουσική,
καθώς παλεύει η ζωή να βρει σημαία.
Κι από τις πόλεις τα ιερά παραγγελιά,
των ξένων οίκων που μπήκαν στην παρέα.
Αλλότριο φως και Βαβυλώνα σκοτεινή,
τα άδεια στήθη κυβερνάς των κυβερνώντων.
Που αμέλεια είπαν να ξεφύγουν την ποινή,
τα εγκλήματα τα φανερά των συμφερόντων.
Συντρίμμια αλήθεια και χαμένα ιδανικά,
πέτρινα χρόνια κι όνειρο ακυρωμένο.
Σ’ ένα χαρτόσπιτο στου δρόμου τη γωνιά,
ψηλά τα μάρμαρα κοιτώ και σε προσμένω