Share

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Παναγιώτης Κουμουνδούρος: Γιώργος Σεφέρης, ο αρχιτέκτονας του Ελληνικού μοντερνισμού.

 


Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ ΑΝΟΙΧΤΗ

Γιώργος Σεφέρης, ο αρχιτέκτονας του Ελληνικού μοντερνισμού.
Τι συνέβαινε στην ελληνική ποίηση τη δεκαετία του ’30; Τι σημαίνει νεοελληνικός βλαχομπαροκισμός; Ζούσαμε σε μια χώρα που, αφού κατάφερε το 1922 να εξαφανίσει τον ελληνισμό της Ανατολής μέσα στις φλόγες της μικρασιατικής τυχοδιωκτικής εκστρατείας, αποφάσισε να το ρίξει στον θρήνο, στον εθνικό αυνανισμό και στη στιχοπλοκία.
Από τη μια είχες τους παραδοσιακούς εθνικούς ποιητάδες που αναμασούσαν δεκαπεντασύλλαβους για τις λεβεντιές του Γέρου του Μοριά, κι από την άλλη τους απελπισμένους μιμητές του Καρυωτάκη, που έκλαιγαν τη μοίρα τους στα σκοτεινά καφενεία της Αθήνας, περιμένοντας τη σειρά τους για να αυτοκτονήσουν. Η Ελλάδα της εποχής εκείνης ήταν ένα απέραντο, επαρχιακό νεκροταφείο ιδεών.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Γιώργος Σεφεριάδης. Όχι κανένας λιμοκοντόρος της πλάκας, αλλά ένας μεγαλοαστός, διπλωμάτης καριέρας, που είχε την τύχη να σπουδάσει στο Παρίσι και να καταλάβει νωρίς ότι η Ευρώπη άλλαζε πίστα, ενώ εμείς ακόμα ψάχναμε αν η φούντα στο τσαρούχι πρέπει να είναι κόκκινη ή μαύρη.
Ο Σεφέρης δεν ήρθε να κάνει τον επαναστάτη με ξένη πλάτη. Ήρθε να κάνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Να βάλει την ελληνική αστική τάξη και τους διανοούμενους της δεκάρας να κοιταχτούν στον καθρέφτη. Και αυτό που είδαν δεν τους άρεσε καθόλου.
Ο Σεφέρης γεννιέται το 1900 στη Σμύρνη. Δηλαδή, γεννιέται στην καρδιά του κοσμοπολιτισμού, σε μια πόλη που πριν την κάψουν οι Τούρκοι και την εγκαταλείψουν οι δικοί μας «εθνικοί σωτήρες», κοιτούσε την Ευρώπη στα μάτια. Το 1922 τον σημαδεύει ανεξίτηλα. Η απώλεια της πατρίδας δεν γίνεται γι' αυτόν εθνικιστικό παραλήρημα, αλλά ένα βαθύ, υπαρξιακό και πολιτικό τραύμα. Κατάλαβε από πρώτο χέρι τι σημαίνει η «Μεγάλη Ιδέα». Μια φούσκα που έσκασε και μας έμειναν τα συντρίμμια.
Στο Παρίσι δεν πάει για να πιει καφέ στο Boulevard Saint-Germain και να παραστήσει τον μποέμ. Διαβάζει Valéry, ανακαλύπτει τον T.S. Eliot και συνειδητοποιεί ότι η ποίηση δεν είναι για να απαγγέλλεται σε σχολικές γιορτές από κοριτσάκια με ναυτικά φορέματα. Η ποίηση είναι αρχιτεκτονική. Είναι χειρουργική επέμβαση στη γλώσσα.
Το ότι έγινε διπλωμάτης είναι το μεγαλύτερο αντικείμενο χλεύης για τους δήθεν «αριστερούς» της εποχής του, που νόμιζαν ότι η ποίηση ανήκει μόνο στους προλετάριους που γράφουν συνθήματα στους τοίχους. Όμως, η διπλωματική του ιδιότητα ήταν αυτή που του έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει το ελληνικό δράμα από τη σωστή απόσταση, ούτε πολύ κοντά για να τυφλώνεται από τον εγχώριο επαρχιωτισμό, ούτε πολύ μακριά για να ξεχνάει τη μυρωδιά του ασβέστη και της αλμύρας.
Το 1931, ο Σεφέρης βγάζει με δικά του λεφτά μια λεπτή ποιητική συλλογή 200 αντιτύπων. Τη βγάζει και τη ονομάζει «Στροφή». Και πράγματι, ήταν στροφή. Για την ακρίβεια, ήταν μια απότομη στροφή 180 μοιρών που έστειλε το κατεστημένο της ελληνικής κριτικής κατευθείαν στον γκρεμό.
Οι παραδοσιακοί ταγοί των γραμμάτων έπαθαν σοκ. «Τι είναι αυτά τα ακαταλαβίστικα;» φώναζαν. «Πού είναι το μέτρο; Πού είναι η ομοιοκαταληξία; Πού είναι ο πατριωτικός οίστρος;». Τον είπαν εγκεφαλικό, σκοτεινό, ξενόφερτο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο Σεφέρης δεν κατήργησε τη φόρμα επειδή δεν ήξερε να γράφει, ξεγελάστηκαν, γιατί στη «Στροφή» υπήρχαν ακόμη αυστηρά δομημένα ποιήματα, αλλά επειδή η εποχή απαιτούσε μια νέα ποιητική οικονομία.
Οι μόνοι που κατάλαβαν τι συνέβαινε ήταν κάτι ανήσυχα νιάτα, όπως ο Ανδρέας Καραντώνης και ο Γιώργος Θεοτοκάς. Είδαν ότι ο Σεφέρης δεν ερχόταν να γκρεμίσει την παράδοση, αλλά να την πετάξει έξω από το μουσείο και να τη βάλει να περπατήσει στον δρόμο.
Για να καταλάβουμε τη συμβολή του Σεφέρη, πρέπει να αποδομήσουμε τους τέσσερις πυλώνες της ποιητικής του:
Α. Η «Μυθική Μέθοδος»
Οι Έλληνες έχουμε μια εκπληκτική ικανότητα, λατρεύουμε τους αρχαίους προγόνους μας επειδή ακριβώς είμαστε ανίκανοι να παράγουμε δικό μας πολιτισμό στο παρόν. Ο Σεφέρης πήρε τον αρχαίο μύθο και τον απογύμνωσε από την εθνικιστική χρυσόσκονη. Ο Οδυσσέας του δεν είναι ο υπεράνθρωπος ήρωας, αλλά ένας κουρασμένος, ταλαιπωρημένος ναύτης που περιπλανιέται σε μια θάλασσα γεμάτη σκουπίδια. Ο μύθος στον Σεφέρη είναι ένα καθρέφτης για να βλέπουμε την ασχήμια του παρόντος μας.
Β. Η Αντικειμενική Υπόσταση
Ο Σεφέρης σιχαινόταν την κλάψα. Αντί να σου πει «είμαι θλιμμένος και υποφέρω», σου δείχνει μια σκουριασμένη άγκυρα, ένα σπασμένο μάρμαρο, έναν νεκρό κύκνο. Μεταφέρει το συναίσθημα στα πράγματα. Αυτό είναι το απόλυτο μάθημα υλισμού στην ποίηση, τα συναισθήματα δεν αιωρούνται στο κενό, κατοικούν μέσα στην ύλη.
Γ. Ο Χαμηλόφωνος Λόγος
Σε μια χώρα όπου όλοι κραυγάζουν, από τους πολιτικούς μπαλκονιών μέχρι τους μανάβηδες της λαϊκής, ο Σεφέρης επέβαλε τον ψίθυρο. Κατάλαβε ότι όταν φωνάζεις, η φωνή σου χάνεται στον θόρυβο. Όταν ψιθυρίζεις, ο άλλος αναγκάζεται να σκύψει πάνω από το κείμενο για να σε ακούσει.
Πάμε τώρα να δούμε τα κείμενα, όχι με την ακαδημαϊκή μεζούρα του φιλολόγου που ψάχνει συντακτικά λάθη, αλλά με το νυστέρι της κοινωνικοπολιτικής ανατομίας.
Α. «Στροφή» (1931): Το Πρώτο Χτύπημα
«Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφτασες στο γέρμα σχεδόν του ήλιου…»
Εδώ ο Σεφέρης κάνει μια επικίνδυνη άσκηση ισορροπίας. Χρησιμοποιεί ακόμη τη μουσικότητα του παραδοσιακού στίχου, αλλά το περιεχόμενο είναι αμιγώς μοντέρνο. Η «στιγμή» δεν είναι μια ρομαντική ανάμνηση για να κλάψουμε στο προσκεφάλι μας. Είναι η συνειδητοποίηση της φθοράς. Ο ήλιος γέρνει, η ευκαιρία χάθηκε, η ομορφιά έρχεται πάντα όταν είναι αργά. Εδώ διαφαίνεται η βασική υπαρξιακή του θέση. Ο χρόνος είναι αμείλικτος και η ελληνική αυταπάτη περί «αιώνιας νεότητας» είναι απλώς ένα παραμύθι για νήπια.
Β. «Μυθιστόρημα Γ΄» (1935): Τα Μάρμαρα που μας Πλακώνουν
«Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης»
«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ' ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη·
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα.»
Αν υπάρχει ένα ποίημα που περιγράφει την τραγωδία του Νεοέλληνα, είναι αυτό. Το «μαρμάρινο κεφάλι» δεν είναι η δόξα του Παρθενώνα που πουλάμε στους τουρίστες μαζί με τον μουσακά. Είναι το ασήκωτο βάρος μιας προγονικής κληρονομιάς που δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε.
Ο Νεοέλληνας ξυπνάει κάθε μέρα κρατώντας στα χέρια του την Ακρόπολη, αλλά δεν έχει ιδέα πώς να ζήσει στο σήμερα. Το άγαλμα του εξαντλεί τους αγκώνες. Θέλει να το αφήσει, αλλά δεν μπορεί, γιατί αν το αφήσει δεν είναι τίποτα. Και το αποτέλεσμα; Τα χέρια του ακρωτηριάζονται. Γίνεται κι αυτός ένα ερείπιο ανάμεσα στα ερείπια. Ο Σεφέρης αποδομεί εδώ ολόκληρη τη νεοελληνική ιδεολογία της προγονοπληξίας. Η ιστορία, όταν δεν την παράγεις εσύ ο ίδιος αλλά την κουβαλάς σαν φετίχ, σε σακατεύει.
Γ. «Επιφάνια, 1937»: Η Αντοχή σε έναν Κόσμο που Παγώνει
«Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια...
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή τους· βραδιάζει.
...Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ·
ψίθυροι σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη...
...Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια... ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.»
Το 1937 η Ευρώπη βρωμάει μπαρούτι. Ο φασισμός και ο ναζισμός προελαύνουν, στην Ελλάδα έχουμε τη δικτατορία του Μεταξά (τον οποίο ο Σεφέρης υπηρετεί ως υπηρεσιακός παράγοντας, βρίζοντάς τον καθημερινά στα κρυφά του ημερολόγια) και ο κόσμος οδεύει μαθηματικά στη σφαγή.
Τι κάνει ο ποιητής; Γράφει ένα ποίημα-μανιφέστο εσωτερικής αντοχής. Το «Κράτησα τη ζωή μου» δεν είναι κομπορρημοσύνη. Είναι η απόγνωση του ανθρώπου που προσπαθεί να σώσει τα στοιχειώδη μέσα στη λαίλαπα. Η φύση στα «Επιφάνια» δεν είναι ειδυλλιακή, είναι παγωμένη, εχθρική, γεμάτη νεκρούς κύκνους και κλειστά πηγάδια. Η φράση «βραδιάζει» δεν είναι μετεωρολογική πρόγνωση, είναι η πολιτική διάγνωση μιας ολόκληρης εποχής. Κι όμως, μέσα σε αυτό το απόλυτο σκοτάδι, ο ψίθυρος παραμένει η μόνη πράξη αντίστασης.
Δ. «Ελένη» (1955): Η Μεγάλη Πολιτική Απάτη
«...οὐκ ἦλθον ἐς γῆν Τρωάδ’, ἀλλ’ εἴδωλον ἦν...»
«...Δεν είναι αλήθεια, έλεγα,
δεν είναι αλήθεια ένα θεϊκό πείσμα.
Τόσος πόνος τόση ζωή
πήγαν στη στέρνα
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
...αν είναι αλήθεια
πως ο άνθρωπος δε θα κουβεντιάσει
με την παλιά δολιότητα των θεών·
αν είναι αλήθεια
πως κάποιος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,
ή κάποιος Αίας ή Πρίαμος ή Εκάβη
ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος, που ωστόσο
είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλίζει αέρια...»
Εδώ ο Σεφέρης πιάνει το αποκορύφωμα της πολιτικής του οξύνοιας. Γράφει για την Κύπρο, αλλά στην πραγματικότητα γράφει για όλες τις ιμπεριαλιστικές κρεατομηχανές της ιστορίας.
Χρησιμοποιεί τον ευριπίδειο μύθο: η πραγματική Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία, ήταν στη Αίγυπτο. Στην Τροία πήγε ένα «ειδώλιο», ένας ίσκιος, μια νεφέλη. Και οι Αχαιοί με τους Τρώες σκοτώνονταν δέκα χρόνια, έκαψαν μια πόλη, σφάχτηκαν μεταξύ τους «για ένα πουκάμισο αδειανό».
Αυτή είναι η απόλυτη αποδόμηση κάθε πολέμου. Οι «θεοί», δηλαδή οι Μεγάλες Δυνάμεις, τα οικονομικά συμφέροντα, οι πολιτικοί απατεώνες, κατασκευάζουν «αδειανά πουκάμισα» (εθνικά ιδεώδη, θρησκευτικούς φανατισμούς, σημαίες ευκαιρίας) και στέλνουν τον κοσμάκη να πεθάνει. Και ο Σκάμανδρος ξεχειλίζει αέρια. Η «Ελένη» είναι ένα αναρχικό, αντιπολεμικό κείμενο ντυμένο με τη στολή του κλασικισμού.
5. Το Νόμπελ του 1963 και η Καπηλεία του Αστικού Κράτους
Το 1963, η Σουηδική Ακαδημία δίνει στον Σεφέρη το Βραβείο Νόμπελ. Και τότε συνέβη το αναμενόμενο νεοελληνικό θαύμα, οι ίδιοι άνθρωποι που το 1931 τον έλεγαν «ακατάληπτο» και «προδότη της εθνικής παράδοσης», άρχισαν να πανηγυρίζουν στα καφενεία! Το αστικό κράτος, που ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για την ποίηση, έσπευσε να ιδιοποιηθεί τον ποιητή για να δείξει ότι η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» παράγει πολιτισμό.
Ο Σεφέρης, όμως, δεν τσίμπησε. Στην ομιλία του στη Στοκχόλμη είπε το περίφημο: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πετρώδες ακρωτήρι στη Μεσόγειο...». Δεν μίλησε για αυτοκρατορίες, ούτε για περιούσιους λαούς. Μίλησε για πέτρες, για φως, για τη γλώσσα που επιβίωσε χωρίς διακοπή, και για τον αγώνα ενός λαού που προσπαθεί να αναπνεύσει.
Και όταν το 1969 η Χούντα των Συνταγματαρχών είχε βάλει την Ελλάδα στον γύψο, ο Σεφέρης έκανε την περίφημη δήλωσή του κατά της δικτατορίας στο BBC. Δεν βγήκε στα βουνά με το τουφέκι, αλλά η φωνή του ζύγιζε περισσότερο από χίλιες προκηρύξεις. Ήταν η χαριστική βολή στη νομιμότητα του καθεστώτος των πατριδοκάπηλων συνταγματαρχών.
Τι μας Έμεινε από τον Σεφέρη;
Ο Σεφέρης πέθανε το 1971. Η κηδεία του μετατράπηκε στη μεγαλύτερη αντιδικτατορική διαδήλωση της Αθήνας, με τον λαό να τραγουδάει Θεοδωράκη και να αφήνει λουλούδια στον δρόμο.
Τι είναι λοιπόν ο Σεφέρης σήμερα; Δεν είναι το άγαλμα που θέλουν να στήσουν οι φιλόλογοι στα προαύλια των σχολείων. Ερωτεύτηκε τη γλώσσα, μίσησε την υποκρισία, αποδόμησε τους εθνικούς μύθους και μας έδειξε ότι το να είσαι Έλληνας δεν σημαίνει να καμαρώνεις για τους προγόνους σου, αλλά να έχεις την ευθύνη της λέξης που προφέρεις.
Ο Σεφέρης μας έμαθε ότι όταν ο κόσμος γύρω σου καταρρέει, δεν έχεις δικαίωμα ούτε να κραυγάζεις υστερικά ούτε να ιδιώτευες. Οφείλεις να «κρατήσεις τη ζωή σου» ψιθυριστά, με την πειθαρχία του τεχνίτη και την αδιαλλαξία του ελεύθερου ανθρώπου. Όλα τα άλλα είναι απλώς «για ένα πουκάμισο αδειανό».

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Άγγελος Σικελιανός: «Το Μήνυμά της» (1943)


Τάσος Βουρνάς: Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας:  «Ο εμφύλιος πόλεμος σχεδιασμένος από τους Άγγλους και μεθοδευμένος από τους Γερμανούς, είχε αρχίσει στα ελεύθερα ελληνικά βουνά. Και ενώ ο ΕΛΑΣ δοκιμαζόταν σκληρά από τη γερμανική εκκαθαριστική επιχείρηση, στην Αθήνα ο αντίχτυπος των αιματηρών γεγονότων στο βουνό ήταν άμεσος και σημαντικός. Ο ποιητής Σικελιανός επηρεασμένος από δημοσιεύματα του ελεγχόμενου τύπου, που μιλούσαν για ελληνικό εμφύλιο πόλεμο έγραψε ένα ποίημα στο οποίο η προσωποποιημένη και τραυμαισμένη Ελλάδα καλούσε τα παιδιά της να σταματήσουν τον αλληλοσπαργμό. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στον κατεχόμενο τύπο... » σ.368.

Α' γραφή: 

Το ποίημα «Το Μήνυμά της» του Άγγελου Σικελιανού γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1943 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 18 Δεκεμβρίου 1943 στο περιοδικό «Καλλιτεχνικά Νέα». Την επόμενη ημέρα (19 Δεκεμβρίου 1943), το ποίημα αναδημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα». [1, 2]
Ιστορικό Πλαίσιο & Σημασία
  • Το θέμα του: Ο Σικελιανός έγραψε το ποίημα συγκλονισμένος από τις πρώτες κατοχικές ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις. Στο έργο παρουσιάζει την Ελλάδα σαν μια μάνα που θρηνεί για τα παιδιά της που σκοτώνονται μεταξύ τους, απευθύνοντας μια δραματική έκκληση για εθνική συμφιλίωση. [1, 2]
  • Οι αντιδράσεις: Η δημοσίευσή του προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις. Η δωσίλογη κατοχική κυβέρνηση προσπάθησε να διαστρεβλώσει το νόημά του για να κατηγορήσει το ΕΑΜ, ενώ από την πλευρά της Αριστεράς υπήρξαν επίσης αντιδράσεις και απαντήσεις (όπως από τον ποιητή Γιώργο Κοτζιούλα). [1, 2]
  • :Β' γραφή
  • Το ποίημα «Το μήνυμά της» γράφτηκε από τον Άγγελο Σικελιανό τον Δεκέμβριο του 1943 (κατά τη διάρκεια της Κατοχής) και αποτελεί μια δραματική και παρηγορητική έκκληση για εθνική μοψυχία και συμφιλίωση[1]
  • Ιστορικό και Θεματικό Πλαίσιο
    • Η εποχή: Η Ελλάδα βιώνει τη φρίκη της Κατοχής και τις πρώτες ολέθριες ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις που προμηνύουν τον Εμφύλιο. [1]
    • Η κεντρική εικόνα: Ο Σικελιανός προσωποποιεί την Ελλάδα σαν μια ηρωική και θλιμμένη μάνα («γρια μάννα») που βλέπει τα ίδια της τα παιδιά να συγκρούονται και να αλληλοσκοτώνονται. [1]
    • Το μήνυμα: Η μάνα-πατρίδα απευθύνει ύστατο λόγο αγάπης και σύνεσης, ζητώντας από τους Έλληνες να σταματήσουν τον αλληλοσπαραγμό και να θυμηθούν την κοινή τους μοίρα και ιστορία.
    Σημασία του Έργου
    • Πνευματική αντίσταση: Ο Σικελιανός ανέλαβε συνειδητά τον ρόλο του «εθνικού ποιητή» που δεν εμψυχώνει απλώς απέναντι στον ξένο κατακτητή, αλλά προειδοποιεί για τον μεγαλύτερο εσωτερικό κίνδυνο. [1]
    • Δημοσίευση: Όταν κυκλοφόρησε , προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις και συζητήσεις μέσα στο φορτισμένο κλίμα της εποχής. [1, 2]
    • Συλλογή: Περιλαμβάνεται στην ενότητα Επίνικοι Β΄ (1940-1946) του έργου του Λυρικός Βίος. [1]


Εδώ η δημοσίευση του ποιήματος στα Καλλιτεχνικά Νέα (Δεκ 1943)


Ο τρόπος και το κείμενο της απάντησης του Κοτζιούλα
Ο Κοτζιούλας άσκησε σκληρή πολεμική κριτική στον Σικελιανό μέσα από τα έντυπα της εποχής (όπως το περιοδικό «Ξεκίνημα»). Στο πλαίσιο αυτής της ιδεολογικής σύγκρουσης: [1]
  • Κατηγόρησε τον Σικελιανό για πολιτική αφέλεια ή και σκοπιμότητα, θεωρώντας ότι το κάλεσμα για «συμφιλίωση» τη δεδομένη στιγμή αποδυνάμωνε τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα. [1]
  • Το κείμενό του ήταν τόσο οξύ, που έφτασε να του επιτεθεί προσωπικά, κλείνοντας τη σχετική κριτική του με τη χαρακτηριστική και καυστική φράση: «Μα δεν υπάρχει ίχνος ντροπής επί τέλους σ' αυτόν τον κύριο;». [1]
(Σημείωση: Αν ψάχνετε μια καθαρά ποιητική απάντηση στο ίδιο έργο του Σικελιανού εκ μέρους του ΕΑΜ, αυτή γράφτηκε από τον Παναγή Λεκατσά με ένα ομώνυμο ποίημα («Το μήνυμά της») που δημοσιεύτηκε στον παράνομο Ριζοσπάστη τον Ιανουάριο του 1944). [1]