ΚΑΘΕΣΤΥΚΙΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ:
ΨΥΧΗ
Μπορεί και νάμαι περιττός
ένα σημείο αφανές στο αχανές διάστημα
που δεν επηρεάζει τίποτα και σημασία δεν έχει για κανένανˑ
ένα δρομάκι καθημερινό που αναδιπλώνεται στη σιωπή του,
μια νότα απ' το απέναντι πεζοδρόμιο για να μετρούν οι περαστικοί το ρομαντισμό τους,
ένα βουβό ανατρίχιασμα των βρύων στο πέρασμα των ερπυστριοφόρων,
ένα ''Κύριε εκέκραξα'' μιαν εσπέρα Σαββάτου, την ώρα που
ανηφορίζει λαμπερός ο αποσπερίτης στον ορίζοντα
κι ανάβουνε ψηλά οι λύχνοι του στερεώματος.
Μπορεί και νάμαι περιττός
μα έχω κι εγώ ψυχή.
Δες!
Αεράκι απόμακρο πηγαινοφέρνει την κουρτίνα και ωθεί το ιστίο μεσοπέλαγα
ανοίγοντας τους πόθους στο ταξίδι.
Κανείς δεν το παρήγγειλε.
Φτάνει από μακριά σαν ανώνυμη χάρη--
ακόμα και τότε που δεν είναι εκεί κανείς
και οι θεοί μένουν στο άβατο να λειτουργούν
του αιωνίου.
Ισως και να του μοιάζω κάποτε,
τότε που περνώ δίπλα σου στη μεγάλη σάλα και απομακρύνομαι απαρατήρητος
χωρίς ένα αεράκι γιασεμιού ν' αγγίξει τις αισθήσεις
χωρίς μια δύναμη να φανεί για να με ξεχωρίσεις μέσα στο πλήθος
του χορού των μεταμφιεσμένων.
Σκαλώσαμε εδώ μες τα γκρεμνά και ζοναγκιαστήκαμε*
ύπαρξη και ουσία
σαν άγριο γίδι που βελάζει μπρος στο χάος
χωρίς να μπορούμε τη μορφή της μοίρας μας να λογιστούμε.
Ισως και να του μοιάζω κάποτε,
τότε που μπαϊράκι σηκώνεται στο Μωριά
για να κρατηθούν τούτες οι στράτες ανοιχτές και η γραμμή του φωτός
ελεύθερη να μετατοπίζεται στην άκρη της πέννας
ως την κόψη του σπαθιού και τη λάμψη
της Ανάστασης.
Όλα τ' αλλάζει ο καιρός.
Κάτω απ΄το ίδιο όνομα, χίλιες μορφές και πόθοιˑ
κάτω απ΄την ίδια λέξη, των νοημάτων χίλιες εποχές
έτσι που στο δίστρατο το βλέπεις
συνήθειες ξένες να υιοθετούν οι περισσότεροι
κι αλλότριες αξίες
και τους δικούς τους σε ευαγή ιδρύματα να κλείνουν σα γεράσουν,
σε ψευδεπίγραφους οίκους πρόνοιας και μέριμνας
που κολαστήρια καταντούν -δημόσια και ιδιωτικά-
και θεία τιμωρία.
Παπούδες και γιαγιάδες, γονείς και μοναχικές ζωές
σβήνουνε μόνες δίχως μάρτυρες
στο αρρωστημένο χημείο της σιωπής που απλώνεται σαν ομίχλη
στους θαλάμους και διαδρόμους των ιδρυμάτων.
Ανησυχούν τα θύματα, οσμίζονται θάνατο
και σκύβουν από φόβο το κεφάλι κάθε φόρα που πλησιάζει
το ποτήρι με τις ουσίες--
με τις σταγόνες που τους παραλύουν τα νεύρα και
αποσχηματίζουν την ψυχή,
μετατρέποντάς τα σε ανώνυμες σκιές.
Οι φωνές τους δε βγαίνουν πλέον καθαρά·
άναρθροι ήχοι μοναχά λοξοκομμένοι
σα να προσπαθούν να θυμηθούν πώς μιλούσαν κάποτε.
Φοβούνται, νοιώθουν παγιδευμένοι και
με κρύφια νεύματα ικετεύουν τους λιγοστούς επισκέπτες:
«λευτερώστε μας!». Αλλ' ανταπόκριση καμιά.
Επιμένουν ωστόσο· δεν παραιτούνται κι αντιστέκονται μέχρι τέλους
για λίγη ζωή, όπως τ' αγκιστρωμένο ψάρι στο βραχάκι του πελάγου.
Ψυχές ανυπεράσπιστες σε καθεστυκία διαμαρτυρία
μόλις που σαλεύουν στα κρεβάτια των γηροκομείων
καταθέτοντας τον τελευταίο σπαραγμό νοήματος
από του ανθρώπου το ανυπότακτο.
Σβήνουν σιγά-σιγά έχοντας στηλωμένα
τα μάτια στο κενό
και το στόμα ανοιχτό
σα να περιμένουν την τελευταία κοινωνία.
Κάποτε σαν ειρωνεία η Νέμεση εμφανίζεται,
μα δεν υπάρχει πλέον κανείς δικαίωση να λάβει.
Ανοιχτό του θηρίου το στόμα με ευγενές χαμόγελο και επίσημο ένδυμα
τα δημόσια γραφεία επισκέπτεται και τις διαδικασίες επισπεύδει
για συνέχιση του ακατάγραπτου εγκλήματος.
Αθήνα 1η Μάη 2026
** φυσικός σχηματισμός συστάδας κλάδων σε γκρεμό, όπου ο εγκλωβισμός κάποιου ζώου μπορεί να καταστεί προσωρινή ή θανατηφόρα παγίδα αιχμαλωσίας.
