Share

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Τσιαντής : “ΠΕΤΡΟΚΑΡΑΒΑ” (προδημοσίευση)

  “ΠΕΤΡΟΚΑΡΑΒΑ”


Απόσπασμα από το “Το μαγειριό της κυρά Δήμητρας”
“Χτυπώ νεκροί κι ανοίξτε μου”
Φτάσαμε ακριβώς στην εξώπορτα από το μαγειρείο της κυρά Δήμητρας. Τα ακαταλόγιστα κόπηκαν μαχαίρι. Οι κεφτέδες κατάφεραν να επαναφέρουν τη σκέψη του κυρ Βαγγέλη. «Ο άνηθος έχει έντονη μυρωδιά. Σου παίρνει τα σαράκια σου», θυμήθηκα εκείνα τα λόγια της κυρά Δήμητρας. Και ναι, ήταν προφητικά. Του άνοιξαν τα ρουθούνια και την όρεξη. Του ξεκόλλησαν τη μαυρίλα. Η οσμή είναι ένας άλλος κόσμος. Ο σκύλος δεν βλέπει καθαρά αλλά ζει πανευτυχής σε έναν κόσμο με μυρωδιές. Μπήκαμε μέσα μαζί με το σκυλί και πιάσαμε το μοναδικό τραπέζι δίπλα από το παράθυρο με το κεντητό κουρτινάκι. Εγώ κάθισα αντίκρυ από το παραθύρι να αγναντεύω όπως τότε στο ορφανοτροφείο και η «Αθανασούλα» στάθηκε στα δυο της πόδια ακριβώς δίπλα μου. Ο Κυρ Βαγγέλης έπιασε δυο καρέκλες. Μια για αυτόν και μια για τον Χάρο. Παραγγείλαμε το μισό κατάλογο. Κεφτέδες, μπουρέκια, μπεκρή, ντολμάδες, παπουτσάκια, χωριάτικη και για τον πρώτο γύρο ένα κιλό κρασί. Στο μαγαζί επικρατούσε ησυχία. Δεν είχε οχλαγωγία από συζητήσεις και γέλια. Έτρωγες ευλαβικά τους μεζέδες και άκουγες μυσταγωγικά τις παραγγελιές του καθενός. Ο κυρ Θανάσης, ο ρεμπετολόγος, δεν έχανε μέρα από το στέκι. Ο Νίκος έλειπε. «Πήρε απουσία σήμερα», μου ψιθύρισε το γκαρσόνι. Στα μπουζούκι έπαιζε ένας νεαρός με λεπτά και μακριά δάχτυλα και στο ρεμπετοκίθαρο ένας νταβραντισμένος ασπρομάλης με κάτι χέρια τανάλιες. «Οικοδόμος ο μπάρμπα Μήτσος. Δυνατός παίχτης. Έπαιζε στα πάλκα με τους παλιούς. Αυτό είναι το εγγόνι του. Αυτός τον μεγάλωσε. Αυτός τον έμπασε στα λαϊκά. Ταλεντάρα ο μικρός. Από τη Χούντα και μετά οι δυο τους έχουνε μείνει. Άσε πικρή ιστορία», συνέχισε το ραπόρτο ο σερβιτόρος. Σε αυτό το μέρος ο καθένας είχε να πει και μια μεγάλη πίκρα από τη ζωή του. Το καταλάβαινες από τον τρόπο που παίζανε, τραγουδούσανε, πίνανε και χορεύανε. Λες και ερχόντουσαν για να ξορκίσουνε τα φαρμάκια τους με μουσική, φαγί και πιοτό. Ο κυρ Βαγγέλης δεν ρούπωνε με τίποτα. Ξεδίψαγε με κρασοπότηρα και ντερλίκωνε με κεφτέδες. Δεν πρόλαβα να παραγγείλω και ήρθε άλλο ένα κατρούτσο με κοκκινέλι. «Κερασμένο από τον κυρ Θανάση», μου είπε το γκαρσόνι και γύρισα προς το μέρος του να τον ευχαριστήσω. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος και μας αφιέρωσε δυο λόγια και ένα άσμα. «Αυτό είναι τραγούδι του Τσιτσάνη. Διασκευασμένο και ηχογραφημένο από τον Κατσαρό στην Αμερική το ‘46. Ανέμελο ρυθμό με σκωπτικά λόγια. Αφιερωμένο στους Αλύγιστους!… «και μας πήγαν Εξορία βάρκα γυαλό». Όλο το μαγαζί άρχισε να τραγουδάει. Το άσμα ήταν περισσότερο κιθαριστικό με παιχνιδιάρικο και κάπως κοροϊδευτικό σκοπό. Η ρυθμική αγωγή έμοιαζε με εκείνα τα παραδοσιακά Αμερικάνικα της φάρμας, μόνο που αντί για καλπασμό αλόγων είχε παφλασμό θάλασσας. Τα λόγια με τον ρυθμό αυτόν δεν σε τρόμαζαν. Αντιθέτως σε δυνάμωναν απέναντι στο βασανιστή. Μας πήρε και μας σήκωσε και εμάς. Πρώτος ο κυρ Βαγγέλης που έδειχνε ότι γνώριζε τα λόγια και μετά δειλά και εγώ να τραγουδώ στο δίπλωμα. Όλο το μαγαζί έγινε μια χορωδία. Ακόμα και η κυρά Δήμητρα βγήκε από το τηγάνι και ξαπόστασε στο πάγκο της για να το ακούσει. Το τραγούδι αναφερότανε στο φαγητό που δίνανε στους εξόριστους στα ξερονήσια. Διακωμωδούσε τα ανθρώπινα για να μπορέσεις να αντέξεις τα απάνθρωπα.
Δεν το πίνουμε το γάλα, βάρκα γιαλό
δεν το πίνουμε το γάλα
ούτε και τη μαρμελάδα
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Και μας πήγαν εξορία, βάρκα γιαλό
και μας πήγαν εξορία
μακριά από την Αθήνα
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Και μας δίνανε μπιζέλια, βάρκα γιαλό
και μας δίνανε μπιζέλια
που τα ρίχναν στα κουνέλια
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Και θα βάλω σημαδούρα, βάρκα γιαλό
και θα βάλω σημαδούρα
κι έτσι θα το σκάσω ζούλα
αχ να σε χαρώ, βάρκα γιαλό
Με το που τελείωσε το τραγούδι οι περισσότεροι χαχάνισαν ρίχνοντας αναθεματισμούς και μπινελίκια στους φασίστες. Ο κυρ Βαγγέλης μήτε χαμογέλασε, μήτε έβρισε. Δεν μπορούσε ακόμα να γελάσει το χείλος του με αυτά που βίωσε. Δεν το έβρισκε ούτε ως αστείο, ούτε ως εκδίκηση. Το μόνο που τον ένοιαζε είναι να μαθευτούν και να αποκατασταθούν οι άνθρωποι και τα γεγονότα, και σε αυτό βοήθησε η Παναγία του, αυτή η ιερή γυναίκα εκ Παρισίων που εμφανίστηκε μπροστά του σαν όραμα. Για αυτήν μου έλεγε και πάλι. Αλλά αυτή τη φόρα όχι με θολωμένο μυαλό από φαντάσματα και διαόλους αλλά ευφραντικά από το κόκκινο κρασί. Ο Βαγγέλης είχε φάει και είχε πιει του σκασμού. Μέθυσε όμορφα. Μήτε παραπάταγε, μήτε τρίκλιζε. Τραγουδούσε, έπινε και ομολογούσε πόσο ανάλαφρος ένιωθε πλέον που παρέδωσε στην Παναγιά την ιστορία του. Μου εκμυστηρεύτηκε επίσης ότι τραγουδούσε και αυτός. «Εμείς στον Τύρναβο μαθαίνουμε από μικροί να αγαπάμε τα κλέφτικα, του βουνού και της τάβλας. Μαθαίνουμε να ανοίγουμε το στόμα μας και να αυτοσχεδιάζουμε τον καημό μας. Μοναχικά τετράστιχα για λίγους. Για αυτούς που πόνεσαν βαθιά. Έτσι έμαθα και τους Αμανέδες», κατέληξαν τα λόγια του με περηφάνια για τον τόπο του.
Ήταν Κυριακή εκείνη την ημέρα. Μου το ρώτησε πάνω από πέντε φορές ο Βαγγέλης. Είχε βραδιάσει και το μαγαζί ήταν φίσκα. Ακόμα και ο σερβιτόρος που είχε τελειώσει το ωράριο του δεν έφυγε. Κάθισε να απολαύσει τον πιτσιρίκο μπουζουκτσή. Ο νεαρός έπαιζε τόσο αρμονικά και χαλαρά που σε μάγευε από τις στρογγυλές του νότες. Του άφηνε και χώρο ο μπάρμπα Μήτσος για να ξεδιπλώσει τα χρώματα της νιότης του. Έβαζε ένα τέμπο και πάνω σε αυτό το πλαίσιο άφηνε το μπουζούκι να χρωματίσει τον καμβά. Μετά έμπαινε στο θέμα. Ανάλογα τους στίχους ήτανε και οι νότες. Τα εισαγωγικά από τα θανατερά τα παίζανε ουτίστικα, αργά και μακρόσυρτα για να σου αφήνει στο φευγιό μια γλυκιά αίσθηση που δεν ετέμνετο με τα επίγεια. Το κλείσιμο όμως ήτανε κανόνας. Φινάλε αλέγκρο της καλής αντάμωσης!
- Ισίδωρε νιώθω ότι είναι Κυριακή
- Ρε Βαγγέλη τι σε έπιασε με τις ημέρες;
- Στο ‘ χα πει. Δεν το θυμάσαι;
- Τι πράγμα;
- Έτσι το φαντάστηκα, έτσι το ήθελα να γίνει.
- Ποιο;
- Με σφίγγει πάλι το στήθος και το στομάχι μου!
- Παράφαγες μωρέ.
- Θέλω πω ένα τραγούδι να ξελαφρώσω!
- Να το πεις Βαγγέλη μου
- Ένα Μινοράκι. Ένα Μανέ του Στράτου!
Δεν γνώριζα μήτε τον Στράτο, μήτε τι είναι ο Μανές. Μετά από μέρες έψαξα, άκουσα και συγκλονίστηκα. Είναι ψαλτοτράγουδα. Είναι σαν Ψαλμοί. Πατάνε πάνω στα δικά μας, έχουν ρίζα Βυζαντινή. Μόνο που η φωνή του Στράτου Παγιουμτζή μπορεί να περνάει περίτεχνα από τα μακάμια και την παράκληση του ψάλτη αλλά και να στέκεται σε τσαλκάτζες και γυρίσματα που σε μπάζουνε σε υπόγεια και τεκέδες. Και όμως γεφυρώνονται στους ίδιους δρόμους. Ο ψαλμός είναι προσευχή και δέηση προς τα ουράνια ενώ ο αμανές εξομολόγηση και μαράζι προς τα ζώντα επίγεια.
Ο κυρ Βαγγέλης σηκώθηκε βαστώντας με τη γροθιά τα στήθια του. Πήρε την καρέκλα του και πήγε στην ορχήστρα.
«Καλώς τονε. Τι έχεις κέφι να μας πεις;» του είπανε ταυτόχρονα οι μουσικοί. «Χτυπώ Νεκροί κι ανοίξτε μου», απάντησε ο νεωκόρος και στρογγυλοκάθισε. Οι μουσικοί κοιταχτήκανε απορημένοι. Δεν ήτανε εύκολα τραγούδια αυτά. Δεν τα ακούμπαγες εάν δεν τα έλεγες όπως πρέπει. Ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί που τα λαλούσανε. Ο μπάμπα Μήτσος έδειξε εμπιστοσύνη. Έβαλε το τέμπο τόσο αργά που νόμιζες ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Κοπάναγε τη μπάσα χορδή κάνοντας το αρχικό «ντουμ» του μέτρου ισχυρό και καθηλωτικό. Τα πρίμα τα πέρναγε ρυθμικά απανωτά σαν να βιαζόντανε να κλείσει το μέτρο για να ακουστεί ξανά ο κρότος. Το μπουζούκι μπήκε στις ψηλές οκτάβες. Καρφωμένος γύρω από μια νότα στόλιζε άλλοτε στακάτα και άλλοτε χρωματιστά δημιουργώντας ένα ισοκράτημα που έμοιαζε με τον πένθιμο ήχο της καμπάνας. Ο κυρ Βαγγέλης πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε με ένα πρώτο και μακρύ λαρυγγισμό «Ααααχ», χρωματισμένο από την εναρμόνια οκταηχία του Βυζαντίου. Κοκκαλώσαμε όλοι. Ήταν τόσο βροντερό, απόκοσμο και σπαραχτικό αυτό το αλύχτισμα που ακόμα και ο σκύλος σηκώθηκε στα δυο του πόδια και γρατζούναγε ταραγμένος το παράθυρο. Η μπάσα νότα ξανά έδωσε το σύνθημα. Ο τραγουδιστής μπήκε στην πρώτη αράδα με παρακαλετό και ωδή προς τον Άδη. «Χτυπώ Νεκροί κι ανοίξτε μου»…
Οι θαμώνες κοιταζόντουσαν έκπληκτοι. Τράβαγε τα φωνήεντα για να τονίσει τον πόθο της ύστατης επιθυμίας του. Η φωνή του σε κατάπινε όπως τα δυο μέτρα γης που σε ρουφάνε. Η ορχήστρα ακολουθούσε πιστά το ρυθμό και τα λαρυγγικά γυρίσματα. Περίμενε την κάθε καταληκτική του φράση για να βάλουνε και το ανάλογο ακόρντο. Ο Βαγγέλης μπήκε ξανά για να ολοκληρώσει το δίστιχο διαβαίνοντας αυτή τη φορά σε άλλους χρωματικούς δρόμους με επίμονα συλλαβιστά λόγια.
«Να μπω για να σκουπίσω»…
Το πρώτο δίστιχο είχε τελειώσει. Δυο ήτανε όλα κι όλα και όμως μοιάζανε με αιωνιότητα. Το μπουζούκι τράβηξε μπροστά και άρχισε το ταξίμι για το απέραντο. Μια γέφυρα μεταξύ των δυο κουπλέ πριν πάμε στο φινάλε. Ο κυρ Βαγγέλης απολάμβανε τη μελωδία και το ταξίδι. Κοίταξε προς το παράθυρο, εκεί που ο σκύλος γρατζούνησε και κατασπάραξε τα κουρτινάκια που κόβανε τη θέα. Ορθάνοιξε τα μάτια του και αγνάντεψε με κατάνυξη πέρα από το τζάμι. Απέξω στεκότανε η Παναγία των Παρισίων του. Τον κοίταζε με απέραντο θαυμασμό και υπόσχεση. Στα χέρια της κρατούσε ένα πρωτοσέλιδο της Liberation με το Γαλλικό τίτλο «LES ENFANTS INCONNUS D’ ITZEDIN” και ας μην γνώριζε γαλλικά εκείνος επιτέλους χαμογέλασε ψελλίζοντας στα χείλη του «ΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΙΤΖΕΔΙΝ». Αυτό αισθάνθηκα ότι βίωσε εκείνη τη στιγμή και εμένα δεν με γελά το ένστικτο.
Η ορχήστρα του έκανε νόημα να μην ξεχαστεί για το δεύτερο δίστιχο. Ο Βαγγέλης λουσμένος από κρύο ιδρώτα είχε μια ωχρότητα και ταχύπνοια που δήλωνε επίλογο. Με τη μπουνιά στα στήθια λάλησε μονοκοπανιά και περήφανα το τελευταίο του κουπλέ. Σταμάτησε μόνο να πάρει μια κοφτή ανάσα στη λέξη «παντοτινό». Τότε μας κοίταξε όλους με ένα πλατύ χαμόγελο, λες και μας αποχαιρετούσε, και έκλεισε τη φράση του.
«Να μπω για να σκουπίσω
Τον τόπο τον παντοτινό,
όπου θα κατοικήσω»
Η ορχήστρα με το που τέλειωσαν τα λόγια έκανε φινάλε. Μπήκε σε ένα γρήγορο και μόρτικο σερβικάκι που σε ανατάσσανε και σε χόρευε. Η γροθιά του Βαγγέλη ξέσφιξε και γλίστρησε προς την καρέκλα, όπως και τα μάτια του που πετάρισαν προς το τζάμι. Όλοι μας βαρούσαμε ρυθμικά παλαμάκια πάνω στη γρήγορη πενιά του νεαρού. Τρεις σηκώθηκαν ακριβώς μπροστά από την ορχήστρα και χόρεψαν σεβάσμια και λιτά, σαν να αποχαιρετούσαν το φευγιό ενός αγνώστου.
Ο Κύριος Ευάγγελος αποδήμησε με χορό και τραγούδι. Ταξίδεψε Κυριακή, όπως μου είχε πει κι ας μην το είχα συγκρατήσει. Στο μαγαζί επικράτησε χαμός. Όταν τελείωσε το τραγούδι και ο χορός ο Βαγγέλης έπεσε από την καρέκλα. Έτρεξα πρώτος κατά πάνω του και μετά όλοι οι υπόλοιποι. Τον σηκώσαμε, του κάναμε αναπνοές και συμπιέσεις αλλά τίποτα. Ήταν αγκυλωμένος με ένα χαραγμένο χαμόγελο αγαλλίασης και τα μάτια στραμμένα στο παραθύρι. Ο Χάρος τον λυπήθηκε. Του φέρθηκε ακαριαία. Δεν ταλαιπωρήθηκε στο θάνατο όπως στη ζωή του. Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου ήταν η διάγνωση. Την κηδεία την ανέλαβαν οι θαμώνες του μαγαζιού μαζί και εγώ. «Θα κάνουμε ρεφενέ για τον άγνωστο φίλο», αναφώνησε η κυρά Δήμητρα και ήτανε εντολή. Άκου έκφραση. Άγνωστο Φίλο. Δεν την ένοιαζε που δεν τον γνώρισε. Φτάνει που είδε και έμαθε για τα φαρμάκια του. Στο παράθυρο δεν ξανά έβαλε κουρτινάκια. Το άφησε ανοιχτό για χάρη του Βαγγέλη. Για να αγναντεύει από ψηλά τους κεφτέδες και τα «μνημόσυνα» του καπηλειού.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Βορεινό παράθυρο - Νένα Βενετσάνου


Μουσική: Μιχάλης Τερζής Ποίηση: Βέρα Βασιλείου - Πέτσα Ερμηνεία:Νένα Βενετσάνου Στην άκρη της στεριάς τη λήθη άγγιξες κι έκλεισαν τα βλέφαρα της θάλασσας Ολόκληρη ζωή, ολόκληρη ζωή χιονίζει μέσα στην ψυχή, χιονίζει κι ανθίζει η ερημιά μου. Χιονίζει μέσα στην ψυχή μου, χιονίζει κι ανθίζει η ερημιά μου. Φορώ την προσμονή κατάσαρκα και πιάνω παράθυρο, το βορεινό την λύπης.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Simon & Garfunkel - The Sound of Silence (from The Concert in Central Park)


Lyrics : Hello darkness, my old friend, I've come to talk with you again, Because a vision softly creeping, Left its seeds while I was sleeping, And the vision that was planted in my brain Still remains Within the sound of silence. In restless dreams I walked alone Narrow streets of cobblestone, 'Neath the halo of a street lamp, I turned my collar to the cold and damp When my eyes were stabbed by the flash of a neon light That split the night And touched the sound of silence. And in the naked light I saw Ten thousand people, maybe more. People talking without speaking, People hearing without listening, People writing songs that voices never share And no one dared Disturb the sound of silence. "Fools" said I, "You do not know Silence like a cancer grows. Hear my words that I might teach you, Take my arms that I might reach out you." But my words like silent raindrops fell, And echoed In the wells of silence. And the people bowed and prayed To the neon god they made. And the sign flashed out its warning, In the words that it was forming. And the sign said, the words of the prophets are written on the subway walls And tenement halls. And whisper'd in the sounds of silence."

Simon and Garfunkel - The Sound of Silence (1966)


Lyrics : Hello darkness, my old friend, I've come to talk with you again, Because a vision softly creeping, Left its seeds while I was sleeping, And the vision that was planted in my brain Still remains Within the sound of silence. In restless dreams I walked alone Narrow streets of cobblestone, 'Neath the halo of a street lamp, I turned my collar to the cold and damp When my eyes were stabbed by the flash of a neon light That split the night And touched the sound of silence. And in the naked light I saw Ten thousand people, maybe more. People talking without speaking, People hearing without listening, People writing songs that voices never share And no one dared Disturb the sound of silence. "Fools" said I, "You do not know Silence like a cancer grows. Hear my words that I might teach you, Take my arms that I might reach out you." But my words like silent raindrops fell, And echoed In the wells of silence. And the people bowed and prayed To the neon god they made. And the sign flashed out its warning, In the words that it was forming. And the sign said, the words of the prophets are written on the subway walls And tenement halls. And whisper'd in the sounds of silence."

Simon & Garfunkel - Scarborough Fair (from The Concert in Central Park)


Are you going to Scarborough Fair? Parsley, sage, rosemary, and thyme Remember me to one who lives there She once was a true love of mine Tell her to make me a cambric shirt [On the side of a hill, in the deep forest green] Parsley, sage, rosemary, and thyme [Tracing of sparrow on snow-crested ground] Without no seams nor needlework [Blankets and bedclothes, the child of the mountain] Then she'll be a true love of mine [Sleeps unaware of the clarion call Tell her to find me an acre of land [On the side of a hill, a sprinkling of leaves] Parsley, sage, rosemary, and thyme [Washes the grave with silvery tears] Between the saltwater and the sea strands [A soldier cleans and polishes a gun] Then she'll be a true love of mine Tell her to reap it with a sickle of leather [War bellows, blazing in scarlet battalions] Parsley, sage, rosemary, and thyme [Generals order their soldiers to kill] And gather it all in a bunch of heather [And to fight for a cause they've long ago forgotten] Then she'll be a true love of mine Simon & Garfunkel - Scarborough Fair (from The Concert in Central Park)

My Father the Greek

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Ναπολέων Λαπαθιώτης: Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ,

 


Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ,

κι ήσαν όλοι, γύρω μόνοι,
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε,
μες στη νύχτα που σιμώνει.
Κι όσο ζω κι όσο μαθαίνω,
τόσο νιώθω, αλίμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο
κι απροσμέτρητο κενό μου.
Τη στιγμή του σταυρωμού μου,
και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια
που σταυρώσαν τα καρφιά μου.
Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ,
μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου
-κι όπως ήρθα και θα φύγω.
Τ' είναι τάχα για τους άλλους
ο χαμός ενός ατόμου;
-κι όπως ήρθα και θα φύγω
μόνος μες στο θάνατό μου.
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Σαν σήμερα, το 1943, έφυγε από τη ζωή.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ – ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ (Κυριακή 20 Αυγούστου 1939)

 

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ – Γιώργος Σεφέρης

Σελίδες Ημερολογίου

…Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;

με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,

ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;

                            ∞

Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις

μες την κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,

οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται

καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.

«Γνωρίζετε, αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα

είναι η αρχή εξ ης το ανθρώπινο γένος κατάγεται»

κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,

κι ο Μακρυγιάννης σάπιος απ’ τις πληγές

δύο στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι˙

το χέρι χωρίς κόκκαλα και σίδερα στη γαστέρα

για να κρατιούνται τ’ άντερα-

γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο

γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;

με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,

ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;

Ήταν ένας άντρας από δω

γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκοίνο

κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα

κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.

                      …

Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, η άσφαλτος λιώνει

τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν

κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα

Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις

έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη

και σκούζω νύχτα μέρα απ’ τις πληγές μου.

Τούτο γινότανε στις δεκατρείς

τουτ’ νού του μήνα (Αύγουστος 1853)

Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές

έκανε την κατ’ οίκον έρευνα χωρίς ν’ αφήσει τίποτε˙

κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)

κι ο άλλος κοντός κι αρχάριος

ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι

ποιος ήταν ο καλόγηρος που χάρισε

του στρατηγού το κομπολόι

τόσο ασυνήθιστα μακρύ.

Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος

Πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς

Στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους.


 ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ – ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1939

Giorgos Seferis, Michalis Terzis, Kostas Makedonas · Skorpai Skylodonta To Fos (Apospasma)


Ο ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ :Ερνηνεύει το τραγούδι με τίτλο: "Σκορπάει σκυλόδοντα το φώς" Μουσική: ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ Ποίηση :ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Συμμετέχειη χορωδία "Ρυθμός" Βόλου. Διδασκαλία Νίκος Χιώτογλου. Ενορχήστρωση Διεύθυνση Ορχήστρας και χορωδίας Μιχάλης Τερζής. " Σκορπάει σκυλόδοντα το φώς ,η άσφαλτος λυώνει, τα σπίτια με χαμηλωμέν βλέφαρα. πονουν . Οι μηχανές πριονιζουν σάρκες χωρίς.... Σκορπάει Σκυλόδοντα το φώς... Εδώ ο Ποιητής αναφέρεται στο αστροφυσικό φαινόμενο που συντελείται κατά τα τέλη Ιουλίου -το καλοκαίρι...στον Ουρανό.. την ώρα που ο Γι.αννης Μακρυγιάννης διάγει τις τελευταίες ημέρες της ζωής του φυλακισμένος απο τον Βασιλιά Όθωνα¨: " Στον Μεντρεσε-στον Μεντρεσέ , που φυλακώνουν τους κακούργους...! Μεντρεσές οι Φυλακές της Αθήνας στους Αέριδες στην Πλάκας -όπου βρισκονται και σήμερα τα ερειπια τους.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Γεώργιος Δροσίνης (9 Δεκεμβρίου 1859 - 3 Ιανουαρίου 1951)

 



μικρή και μεγάλη οθόνη

 
Ακολουθήστε

Γεώργιος Δροσίνης (9 Δεκεμβρίου 1859 - 3 Ιανουαρίου 1951) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής στην ποίηση και της ηθογραφίας στην πεζογραφία. Η πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883. Γεννήθηκε σε ένα αρχοντικό της Πλάκας στην Αθήνα από γονείς Μεσολογγίτες. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826 ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και μεταγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή μετά από σύσταση του Νικόλαου Πολίτη. Το 1885 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιστορία της τέχνης στο εξωτερικό, στα Πανεπιστήμια της Λειψίας, της Δρέσδης και του Βερολίνου, στη Γερμανία, χωρίς όμως να πάρει κάποιο πτυχίο. Επίσης ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών(μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά)που επιδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό τους λόγο και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού "Η Εστία", το οποίο μετέτρεψε σε καθημερινή εφημερίδα το 1894. Παράλληλα με την λογοτεχνική προσφορά του, συνεισέφερε σημαντικά σε πολλούς τομείς της πνευματικής και κοινωνικής ζωής της χώρας: ήταν γραμματέας του "Συλλόγου προς διάδοση ωφελίμων βιβλίων" που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος Βικέλας από το 1899. Ιδρυτής του Ημερολογίου της Μεγάλης Ελλάδας το 1922, διευθυντής του Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας (1914-1920) και 1922-1923 και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926. Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους Διομήδη Κυριακού στην Κηφισιά και από το 1939 έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κηφισιάς από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997. Στο μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη και το οποίο περιλαμβάνει: Τις πρώτες εκδόσεις των βιβλίων του, Περιοδικά και λεξικά, προσωπικά αντικείμενα του ποιητή και πλούσιο λαογραφικό υλικό. Στον 1ο όροφο βρίσκεται ή δανειστική βιβλιοθήκη και το τμήμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών με ελεύθερη πρόσβαση στο Ίντερνετ Η αριστερή αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Συλλογές βιβλίων παλιά αναγνωστικά, οικογενειακές φωτογραφίες και τις πρώτες εκδόσεις του Ιστορικού λεξικού της Νέας Ελληνικής της Ακαδημίας των Αθηνών, το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών που απονεμήθηκε στον Δροσίνη, την ιδιόγραφη διαθήκη του και διάφορα άλλα προσωπικά αντικείμενά του. Η δεξιά αίθουσα του 2ου ορόφου περιλαμβάνει: Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του καθώς φυλάσσονται μεταφρασμένα παραμύθια, παρτιτούρες με μελοποιημένα ποιήματα, παλιοί τόμοι των εικονογραφημένων περιοδικών Εστία, της Διάπλασης Των Παίδων, Σχολικά Βοηθήματα, την λαογραφική βιβλιοθήκη, Το Ημερολόγιο Της Μεγάλης Ελλάδας, Χειρόγραφα, Επιστολές, Σχετικά άρθρα από ελληνικές και ξένες εφημερίδες, Προσωπικά του είδη και το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής που του απονεμήθηκε για την πνευματική του προσφορά. Ο 3ος όροφος είναι ειδικά διαμορφωμένος για τις επισκέψεις μαθητών. Περιλαμβάνει αφιερώματα του ίδιου του λογοτέχνη και των ηρώων των ποιημάτων του όπως της Αμαρρυλίδος, της Αμυγδαλιάς και του Μπάρμπα-Δήμου, ένα παλιό γραμμόφωνο με δίσκους, λαογραφικό υλικό και αφίσες από πίνακες γνωστών ζωγράφων και οι οποίες τυπώθηκαν στη Λειψία για λογαριασμό του περιοδικού της Εστίας. Στο μουσείο οργανώνονται εκπαιδευτικές ξεναγήσεις σε ομάδες επισκεπτών και σε μαθητές σχολείων. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Τιμήθηκε με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της «Ακαδημίας Αθηνών», ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απονεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide). Ο Γ. Δροσίνης ασχολήθηκε εξίσου με την πεζογραφία και την ποίηση, αλλά σημαντικότερο θεωρείται το ποιητικό του έργο. Άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα ποιήματά του το 1878 στην εφημερίδα "Ραμπαγάς", με το ψευδώνυμο "Αράχνη". Ανήκε στον κύκλο των προοδευτικών ποιητών (μαζί με τους Νίκο Καμπά και Κωστή Παλαμά), που επεδίωκαν να ανανεώσουν τον ποιητικό λόγο, να τον απαλλάξουν από τον στόμφο και την απαισιοδοξία της Α' Αθηναϊκής Σχολής και να καθιερώσουν την δημοτική ως επίσημη γλώσσα της λογοτεχνίας. Η χρονολογία έκδοσης της πρώτης του ποιητικής συλλογής, το 1880, είναι το ορόσημο της εμφάνισης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Ο Δροσίνης συνέχισε να υπηρετεί την ποίηση ως το τέλος της ζωής του, χωρίς όμως η ποιητική του τέχνη να παρουσιάσει κάποια εξέλιξη. Τα πεζογραφικά έργα του Δροσίνη εντάσσονται στον χώρο της ηθογραφίας: απεικονίζουν σκηνές από την αγροτική ζωή, ήθη, έθιμα και παραδόσεις του λαού της υπαίθρου. Ο συγγραφέας εξ άλλου ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τη Λαογραφία (ήταν ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) και είχε ασχοληθεί με τη συλλογή τραγουδιών, εθίμων και παραδόσεων. Το κύριο γνώρισμά των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του είναι ο ειδυλλιακός χαρακτήρας. Παρ' όλο που στην ποίηση ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού, οι γλωσσικές του επιλογές στην πεζογραφία ήταν συντηρητικότερες, κάτι που αποτελεί μια από τις βασικές αδυναμίες του πεζογραφικού του έργου.
Εργογραφία
__Ποίηση
Ιστοί Αράχνης, 1880
Σταλακτίται, 1881
Ειδύλλια , 1884
Αμάραντα , 1890
Γαλήνη (1891-1902) , 1902
Φωτερά Σκοτάδια (1903-1914) , 1915
Κλειστά βλέφαρα (1914-1917) , 1918
Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες (1912-1921), 1921
Το μοιρολόι της όμορφης, 1927
Θα βραδιάζη (1915-1922), 1930
Είπε: (1912-1932), 1932
Φευγάτα Χελιδόνια (1911-1935), 1936
Σπίθες στη στάχτη, 1940
Λαμπες, 1947
_____Μυθιστορήματα
Αμαρυλλίς, 1886
Το βοτάνι της ζωής, 1901
Το βοτάνι της αγάπης, 1901
Έρση (μυθιστόρημα), 1922
Ειρήνη (μυθιστόρημα), 1945
_________Συλλογές διηγημάτων
Αγροτικαί επιστολαί, 1882
Διηγήματα και αναμνήσεις, 1886
Διηγήματα των αγρών και της πόλεως, 1904
Το ανθισμένο ξύλο-Τρεις εικόνες (διηγήματα), 1948
______________Παραμύθια
Παιδικά παραμύθια, 1889
Ελληνική Χαλιμά. Τα ωραιότερα παραμύθια του ελληνικού λαού, 1921 και 1926
______________________Άλλα
Παράδοξος γάμος (κωμωδία μονόπρακτη), 1878
Το μήλον (κωμωδία), 1884
Τρεις ημέραι εν Τήνω 1888
Αι μέλισσαι 1890
Αι όρνιθες 1895
Το ψάρευμα 1908
Συλλογαί φυσικής ιστορίας 1912
Οι τυφλοί 1924
Η σκοπευτική άσκησις του έθνους 1938
Ο κυνηγός 1948
Ημερολόγιο της πολιορκίας του Μεσολογγίου 1958
Γεώργιος Νάζος 1966
Επιστολαί του Νικολάου Γύζη 1969
Ο Μπαρμπα-Δήμος 1974
Θαλασσινα τραγουδια 1884
Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδόσεις δωρική 1972