Share

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος- Τα Τετραθεμελα ΤΟΥ Κοσμου

Ω, εσύ που μίλαες στα πουλιά, στου δάσους τα γυμνά κλαδιά,
στου αγρού τα κρίνα και γλυκά στον κάθε πόνο εστράφης-
σου κρέμασαν στο χέρι σου μιαν αρμαθιά βαριά κλειδιά
να κλεις μπουντρούμια, ιδιώνυμα γελώντας να υπογράφεις.
Συχώρα τον αμαρτωλό, Χριστέ, ο εργάτης σήμερα
καθώς πέφτει στη σκέψη του των φυλακών η αυλαία
σε βλέπει μ’ όψη βλοσυρή και με τα μάτια ανήμερα
να του απαγγέλεις την ποινήν ίδιος με εισαγγελέα.
Χριστέ, που εδιάβης κι άνθισαν κρίνα οι ευλογίες σου λευκά
κ’ ήπιες νερό στου πένητα την ταπεινή παράγκα
κ’ έφεγγε η νύχτα ως έστρεφες γύρω τα μάτια σου γλαυκά,
τώρα φρουρό σε βάλανε μπρος στων πλουσίων τη μπάγκα.
Θάπρεπε να σε βλέπουνε τ’ αθώα παιδιά με σκιερά
μάτια στην κούνια στην κούνια γείρανε και σώπασαν στον ύπνο
κι όμως σε βλέπουν οι κλητοί σου μες στον κύκλο του παρά
να στρώνεις, δούλος ταπεινός, των τυράννων το δείπνο.
Και τ’ όνομά σου θάπρεπε να ψιθυρίζουν ν’ απαντούν
στάχυ στο στάχυ, καλαμιές που δείχνουν το φεγγάρι.
Τώρα τα μαύρα στόματα των πυροβόλων το βροντούν,
και στίβεις μες στα χέρια σου τις νέες καρδιές σφουγγάρι.
Χριστέ, φραγμό σε στήσανε μπροστά στο δρόμο του φτωχού
και τ’ οργισμένο του ύψωναν σ’ εκστάσεις όλβιες μάτι,
μα βάρυνε πολύ ο κασμάς σε χέρι εργάτη και πριχού
σκάψει τον τάφο του γκρεμίζει το άδειο σου παλάτι.
Χριστέ, η καρδιά σου ήταν καρδιά όλου του κόσμου
μα έμεινε στην υποταγή δεμένη για να δένει
κι αν τρόμαξαν ποτέ οι εχθροί για την πλατιά σου τη φωνή
οι ίδιοι σου στεφανώσανε την όψη αντεστραμμένη.
Μα ο πόνος τώρα ωρίμασε κ’ έκφραση δίκιου βρήκε η οργή,
σπάνε οι αλυσίδες της σκλαβιάς κ’ η υπομονή σου εχάθη,
και σε θωρώ στο νέο σταυρό, Χριστέ, στη ρόδινη αυγή,
απ’ το στερνό σου θάνατο η ζωή χαρά να πλάθει.
Γιάννης Ρίτσος
.
.
Τα Τετραθεμελα ΤΟΥ Κοσμου

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΕΛΛΑΔΑ


...Ερχόμαστε απο μακριά.
Μας κατατρέξαν πολλάκις οι καιροί,
Αλλά δε χάσαμε το δρόμο
Την αλήθεια αναζητούντες.
Πόλεις γεννήσαμε και χρυσούς αιώνες και
τη βαρβαρότητα πολεμήσαμε
ασπίδα φωτός γενόμενοι υπέρ πολλών μέσα στην άβυσσο
με το Σωκράτη και το Χριστό κοντά μας
την αμαρτία μας ζυγιάζοντας
με υψωμένο στο χέρι το σπαθί
στου σκλαβωμένου γένους μας
υπακούοντας την ιερή ανυπότακτη ορμή:
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ-
Σημείο θεϊκό
Στο ιερό μυστήριο της ύπαρξής μας
Που δεν πιάνεται στο δίχτυ
Των αριθμών και των θεωριών
Και προηγείται
των επινοήσεων
και των οργάνων
του θανάτου.
25-3-2017

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά -Ελεύθεροι Πολιορκημένοι -

ΕΣΕΙΣ ΒΟΥΝΑ ΜΟΥ ΟΜΟΡΦΑ ~ ΠΕΤΡΟΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ - ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ





''Ζω σ'ενα σπίτι χωρίς παράθυρα, 

χωρίς μια πόρτα να βγω πιο εξω

χωρίς αέρα, με χέρια ανάπηρα, 

νιώθω μονάχα πως δε θα αντέξω..



Ζω σε μια πόλη χωρίς περάσματα

χωρίς τους μάγους που κρύβω μέσα,

με το μυαλό να ζει χαράματα

όσα νωρίς γερά το 'δέσαν.



Ζω σ'ένα σώμα μες στα φαντάσματα, 

χωρίς ελπίδα πως θα γυρίσω,

με την καρδιά μες στα χαλάσματα,

να βρίσκει λόγους να μένει πίσω.



Ζω σ'ένα κόσμο μέσα στον κόσμο μου,

σπασμένες λέξεις μες στο κεφάλι,

στήνουν χορό μπροστά στο δρόμο μου

και με τραβάνε στη νύχτα πάλι...



Στίχοι-Μουσική:Δημήτρης Φωτιάδης.

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

ΗΕΛΤΙΟΣ -ΙΣΩΣ

Ισως
Νάμεινε μόνο η λέξη
Το έσχατο νήμα
Που ενώνει το πετούμενο γεράκι
με το γερακάρι
Με το αναίτιο είναι
Που  τον κοσμικό  άνεμο κυβερνά
κι αλλάζει  χρώματα και μορφές
στο  ακρογιάλι  του Πρωτέα
όπου υψώνεις τους πύργους σου σαν παιδί
πριν τρέξεις να τη συναντήσεις
και βρεις  μέσα στα μάτια της
το αίνιγμα που είσαι.


22-3-2017

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Μ.Βαμβουνάκη.


Την αρετή περισσότερο την εκτιμούν οι χαρακτήρες με πάθη..
Τη μοναξιά εκείνοι που λαχταρούν τη συντροφιά των άλλων..
Και τη σιωπή,όσοι έχουν τα σπουδαιότερα να πουν..
Μ.Βαμβουνάκη.

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

ΓΙΟΒΑΝΝΑ ΑΝΕΒΗΚΑ ΠΟΛΥ ΨΗΛΑ

Ανδρέας Α. Αρτέμης

2 ώρες
«Γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής…»
(Αποκάλυψη Ιωάννη Β’ 10)
Έτσι χάνονται οι άνθρωποι (μαζί τους κι εγώ…) μέσα στην εικονικότητα του διαδικτύου. Πεθαίνουν κι ανασταίνονται σαν εκείνο το παλιό παιχνίδι «κόλαση ή παράδεισος»…έτσι με ένα «κλίκ-διαγραφής», χάνονται ή δοκιμάζονται ή επιδοκιμάζονται οι σχέσεις των ανθρώπων Κενοτάφια φεϊσμπουκικά…όσων έχουν φύγει από τη ζωή. Μόνο οι φωτογραφίες τους μένουν και λέξεις μετέωρες ή κενές ! Ναι.Τα λόγια δεν έχουν τελωνείο. Τοκίζονται σαν καταθέσεις προ…. κι εξοφλούνται στο διάβα του χρόνου με ανάπηρους βηματισμούς .
Ίσως ποτέ δεν υπήρξε αγάπη ουσιαστική στον πλανήτη. Όλα είναι προϊόντα μίσους κι επιβολής εξουσίας. Ποίος κράτησε ή αθετεί τον όρκο του ή το λόγο του….(Βλέπω παράλληλα κι αναρτήσεις μελιστάλακτων «δήθεν». Διαβάζω ακόμη και για τις φιλοδοξίες των πολιτικών μας και θαυμάζω πως ο «Θεός» του διαδικτύου τα έφτιαξε όλα με τόση σοφία)! Κι έτσι ξαφνικά μια μέρα, διαπιστώνουμε ότι λέξεις δεν σώζουν καμιά συνέχεια του εφήμερου βίου !Στροβιλιζόμαστε στη μικρή καθημερινότητα μας απαθείς θεατές –ακροατές μιας μονοδιάστατης πραγματικότητας που ηχεί αχαρακτήριστη στου εφήμερου την πλήξη.
Ναι…! «Ο νους παράγει την σκέψη. Η σκέψη προϋποθέτει γνώση και μνήμη που είναι τα υλικά που την τροφοδοτούν. Γνώση και μνήμη είναι στοιχεία που σχετίζονται με το παρελθόν, αφού έχουν αποκτηθεί σε παρελθόντα χρόνο. Η σκέψη έχει άμεση σχέση με τον λόγο. Με την σκέψη προσεγγίζεται ο λόγος, η βαθύτερη αιτία των πραγμάτων έτσι όπως αυτή μπορεί να συνειδητοποιηθεί. 
Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα των αρχαίων ελλήνων ήταν ο ορθός λόγος. Το μεγάλο δώρο του ελληνικού πολιτισμού στην ανθρωπότητα: Μέσω της σκέψης το άτομο μπορεί να παράγει τον ορθό λόγο που με την σειρά του είναι ένα κατάλληλο εργαλείο για να προσεγγισθεί η γνώση. Στην ακμή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού εδραιώθηκε η δυνατότητα του άνθρωπου με δικές του δυνάμεις να προσεγγίζει την αλήθεια και όχι να την δέχεται ως αλήθεια κάποιας θείας αποκάλυψης, από προφήτες ή ιερά κείμενα. Έτσι πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τον μύθο στον λόγο. Αυτό γέννησε τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, την τέχνη όπως τελικά τα εξέλιξε ο δυτικός πολιτισμός…»
Κάθομαι και σκέφτομαι ότι στις μέρες μας ο πολιτισμός είναι υπόθεση γενικότερων συμπεριφορών. Η συνείδηση που αναπτύσσουμε ως μικρόκοσμος και η ελεύθερη βούλησή μας καθορίζει ποιο από τα πεδία του μακρόκοσμου επιλέγουμε να βιώνουμε ως ιδιαίτερο περιβάλλον δράσης. Ακόμη όμως κι αν διαλέγουμε ως πεδίο την οικογένεια, ή το έθνος, ποτέ δεν παύουμε να είμαστε κύτταρα του συμπαντικού κοσμικού ρευστού. 
Όταν η σκέψη γεννιέται εναρμονισμένη με την καρδιά, αυτό σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί με την μεσολάβηση της θέλησης ένας παλμός προς το μέλλον. Η αλήθεια της σκέψης που προέρχεται από τη συντονισμένη καρδιά με τον Κοσμικό ρυθμό δεν είναι απαραίτητα αιώνια διότι και η αλήθεια η ίδια βρίσκεται σε εξέλιξη…
Θηρίο είναι τελικά ο άνθρωπος ..κι ας δείχνει κάποτε..ανάμεσα σε δήθεν και μη, ότι κυνηγάει ανεμόμυλους ή ότι κλωτσάει τη σκάλα για να αναρριχείται περισσότερο. Έχει ναι, γυρίσματα ο καιρός. Ίσως κιόλας καραδοκεί…Ωστόσο στην άλλη μεριά του καθρέφτη υπομονετικά κάθεται και με αγριοκοιτάει «η θεωρία των παιγνίων» που περιλαμβάνει ένα σύνολο μοντέλων (όπως έχω ξαναγράψει..).Tο μοντέλο είναι μια αφαίρεση που χρησιμοποιούμε για να κατανοήσουμε πραγματικές καταστάσεις… Ένα μοντέλο δεν μπορεί να κριθεί με απόλυτα κριτήρια ως σωστό ή λανθασμένο. Η χρησιμότητα ενός μοντέλου καθορίζεται από το σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται.
Κάποτε ίσως το αντιληφθείτε κι εσείς, πόσο δύσκολο είναι να μεταπλάθεται το ανεπίκαιρο σε αιώνιο, με ουσιαστική σκέψη .

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΕΚΜΥΣΤΗΡΕΥΣΕΙΣ


Ερημιά...
 Ο άλλοι βλέπουν τις μαύρες τρύπες που θα απορροφήσουν κάποτε το ηλιακό μας σύστημα και το γαλαξία μας. Κι εγώ βλέπω τη μαύρη τρύπα που ανοίγει η ποιητική μας, μια σκέψη που έγινε μονοδιάστατη αρνούμενη το γαλαξία της καταγωγής της. 
Τι άλλο είναι η σκέψη και το συναίσθημα από τον πάγκο με/ και τη σμίλη μορφοποίησης και χρωματισμού των παλμών της αλύτρωτης ύπαρξής μας; 
16-3-2017

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Μάνος Ελευθερίου- Μαλαματένια λόγια


“Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχτές
τ’αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χτες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές.
Τ’αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ έλεγαν Μαρία
και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ’ αυτή τη συμμορία
και να μην ξέρεις τ’άστρο του φονιά.
Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ’του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή.
Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ’το παλιό μαρτύριο να ‘χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ’ασετιλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά.
Και στ’ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή.
Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά.
Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί.
Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς.”

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Λίτσα Φιλίππου- Ενός λεπτού σιγή

Ενός λεπτού σιγή για εμάς τους ευαίσθητους αυτής της γης. Ενός λεπτού σιωπή για την κάθε μας πληγή που αιμορραγεί. Φόρος τιμής για όσους πνίγουμε τον πόνο μας στις θάλασσες της κατανόησής μας και μοιράζουμε συγχώρεση. Ταξιδεύουμε στους ωκεανούς της προδοσίας μας, με καράβι την εμπιστοσύνη μας. Ξανοιγόμαστε στα άγρια πέλαγα του κόσμου, με βάρκα την ευάλωτη καρδιά μας. Και αρμενίζουμε σε άγνωστα λιμάνια με φάρο την καλή μας πίστη.
Ενός λεπτού σιγή για εμάς τους ευαίσθητους και αιώνια ρομαντικούς. Εμάς που γράφουμε παραμύθια βγαλμένα από τα όνειρά μας. Ζωγραφίζουμε με τα πινέλα της φαντασίας το μυαλό μας. Γυαλλίζουμε κάθε βράδυ με την σκέψη μας το φεγγάρι, για να φωτίζει καλύτερα τα σκοτάδια μας. Χαμογελάμε καθημερινά στον ήλιο, για να ζεστάνει περισσότερο το μέσα μας. Κάνουμε ουράνιο τόξο την ελπίδα μας όταν ο μαυρίζει ο ουρανός μας. Διώχνουμε τα σύννεφα απο τη ζωή μας, ξεπλένοντάς τα με τα δάκρυά μας. Κρατάμε ομπρέλα στις καταιγίδες την επιμονή μας. Γινόμαστε μούσκεμα στις μπόρες δαμάζοντας την αντοχή μας. Και λυγίζουμε στους κεραυνούς και τις αστραπές που κτυπάνε το κορμί μας.
Απότιση τιμής για όλους εμάς που υφαίνουμε την ψυχή μας με τα όνειρά μας. Κεντάμε τις μέρες με τη θετικότητά μας. Μπλέκουμε πόντο πόντο την αισιοδοξία μας. Σμιλεύουμε την προσωπικότητά μας με τα πάθη μας και τους φόβους μας. Χαράζουμε μέσα μας τα σημάδια απο κάθε μας πάθος με το μελάνι της καρδιάς μας. Στιγματίζουμε τις στιγμές μας με τρυφερότητα. Στεκόμαστε με αξιοπρέπεια πάνω απο τα ερείπια μας. Σκεπάζουμε τις κακίες και τα μίση με το πέπλο της καλοσύνης και της στοργής μας. Και περιμένουμε ως άλλες Πηνελόπες, την άφιξη του ιδανικού μας στην Ιθάκη του.
Ένα λεπτό για όσους ματώσαμε τα χέρια μας, κρατώντας τα θρύψαλα της ψυχής μας και σκορπίζαμε χαμόγελα. Μοιράσαμε τα κομμάτια της οντότητας μας στους περαστικούς απο την ζωή μας, για να μην τους λείψει τίποτα. Χαρίσαμε την καρδιά μας σε αυτούς που δεν είχαν δική τους. Δανείσαμε τα συναισθήματά μας σε αυτούς που δεν μπορούσαν να νιώσουν. Καήκαμε στη φωτιά για να ζεστάνουμε αυτούς που πάγωσαν το «είναι» μας. Δώσαμε τις μεγαλύτερες μάχες μας για να προστατεύσουμε αυτούς που μας λεηλάτησαν. Κλειδώσαμε συναισθήματα και σιωπές στα υπόγειά μας για να μην τρομάξουμε τους άλλους. Δοθήκαμε ολόκληρωτικά στους αχάριστους που απομυζούσαν την ενέργεια μας.
Για εκείνους που επιμένουμε ακόμη να οραματιζόμαστε πάνω απο τα συντρίμμια των ονείρων μας. Να αισιοδοξούμε βογγώντας απο τον πόνο. Να δινόμαστε αδιαφορώντας για την αχαριστία. Να εμπιστευόμαστε χωρίς να μας αγγίζει ο φόβος. Να κατανοούμε χωρίς να επικρίνουμε. Να συγχωρούμε χωρίς να κρατάμε σημαία τις κακίες. Για εμάς που αρμενίζουμε κόντρα στους ανέμους αυτής της γης. Που δεν πάψαμε ποτέ να πιστεύουμε στην ανθρωπιά κι ας ξέσκισε τα σωθικά μας η προδοσία και η αχαριστία. Δε σταματήσαμε να αναζητούμε και να υπερασπιζόμαστε το δίκαιο και ας μας αδίκησε τόσο πολύ αυτός ο κόσμος. Δε μας στιγμάτισαν οι πληγές που χαράκωσαν την καρδιά μας, και ας συνεχίζουν να αιμορραγούν. Δε χάσαμε την όαση της ελπίδας μας αντικρύζοντας την έρημο της απόγνωσής μας. Δεν απωλέσαμε τη γλυκύτητα μας, πίνοντας αμέτρητες φορές απο το ποτήρι της πίκρας. Δεν κατάφεραν όλα τα άσχημα που βιώσαμε να αλλοιώσουν την εσωτερική ομορφιά μας. Και δεν έσβησαν ποτέ τα φώτα της υπόστασής μας στα σκοτάδια αυτού του κόσμου.
Ενός λεπτού σιγή για εμάς τους ευαίσθητους – δυνατούς αυτής της γης. Που καταφέρνουμε να διατηρούμε την αγνότητα και την ευαισθησία μας σε όλα όσα στέκονται μικρά μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής μας.

Λίτσα Φιλίππου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ - ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΟΥ


       Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ

                        Στους τρικυμισμένους καθρέπτες
                                                          Των λυγμών 
                        Θραύεται το ήρεμο πρόσωπο
                                                        Της αιωνιότητας
                        Κι όμως ακόμη ακούμε εντός μας
                       Το φλοίσβισμα της ηρεμίας




ΑΔΕΛΦΗ μου,

θ’ άξιζε ολόρθος να σταθώ

κατάντικρυ στον ήλιο
και των στίχων τους κίονες να υψώσω
προς το κυανό διάστημα
για να περιπατείς τα βράδια
χαμογελώντας πλάι στην Ευρυδίκη
κάτω απ’ τους έναστρους θόλους
του άφθαρτου θέρους.
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
Το άπειρο συνέτριψε
το στιλπνό του τόξο
στο μέτωπο μου
και στροβιλίζομαι
στην άπειρη Στιγμή
θρυμματισμένος και αδαής.
Η φωνή μου ναυάγησε.
Η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία της άνθη.
Μονάχα με λυγμούς
αρθρώνω το άσμα σου.
Δεν τολμούν
μήτε ο πόνος μήτε η έκσταση
με ματωμένα χείλη να ψελλίσουν
τ’ όνομα σου.
Πάνω στη χλόη τ’ ουρανού
η Ρούθ γονατίζει
για να προσευχηθεί στα πόδια σου.
Τα λευκά περιστέρια
των παιδικών ονείρων
χαμοπετούν στους κάμπους
του δικού σου χαμόγελου.
Οι ρεμβασμοί των σοφών
δεν αναρριχήθηκαν ποτέ
ως τα κράσπεδα
του σεπτού μεγαλείου σου.
Οι ποιητές που ατμίστηκαν στο φως
Αναγνωρίζουν στο φως του προσώπου σου
των στίχων τη μηδαμινότητα.
Μόνο η μεγάλη Σιωπή
μ’ ένα κρίνο στα χέρια
θωπεύει την κυρτή σου ράχη

που ύψωσε ως τον κόρφο του Θεού
τους οικτιρμούς των ανθρώπων,
ενώ οι γαλάζιες νύχτες
ακινητούν σε κατάνυξη
δακρύζοντας άστρα.
Αδελφή μου,
διπλώνω τα φτερά μου
λυγίζω το σώμα
για ν’ ασπασθώ
τις άκρες των γυμνών ποδιών σου.
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
σε σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.
ΤΑ ΛΕΥΚΑ χέρια σου
που άλειφαν μύρα τις πληγές μας
τώρα σφαδάζουν δεμένα πισθάγκωνα
στο σταυρό του κορμιού σου
σα νάταν, αδελφή μου,
χέρια ληστών.
Το λιγνό σώμα σου περιτυλίγεται
τον τεφρό μανδύα της αλλοφροσύνης.
Τα μάτια σου απομείνανε
δυό πύργοι γυάλινοι, ακατοίκητοι
και μέσα τους γυρνούν αδέσποτες
οι σκιές του παρελθόντος.
Αδελφή μου,
πως μ’ εγκατέλειψες τα μεσάνυχτα
να ψάχνω δίχως λύχνο
ν’ ανακαλύψω τα ίχνη
των απωλεσμένων βημάτων σου;
Βύθισε με και μένα
στο ίδιο σκότος
να μην ακούω τις σάλπιγγες
των κραυγών σου
που μετρούν τους αμέτρητους τάφους.
Ανατίναξε στο άπειρο
τους βολβούς των ματιών μου
για να μη βλέπω
τα δεμένα σου χέρια.
Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι
της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ’ ελεήσει μια στάλα δροσιάς.
Όμως κανείς δεν αποκρίνεται
στις παρακλήσεις
των ηττημένων λαών....
{..................}
ΑΔΕΛΦΗ μου, σούχα τάξει
να σου φέρω τ’ αθάνατο νερό.
Σούχα τάξει να ρίξω τον ήλιο
στην ποδιά σου.
Τώρα κραυγάζεις:
«Αδελφέ μου, διψώ′
πούναι τ’ αθάνατο νερό
να ξεδιψάσω;
Αδελφέ μου, κρυώνω′
πούναι ο ήλιος
να ζεστάνω τα χέρια μου;»
Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος.
Εγώ που περιπλανήθηκα
στους ουρανούς
δε δύναμαι να διατρέξω
μια σπιθαμή γης.
Κάτω απ’ το χιόνι ακούω
τις ρίζες του παλιού μας κήπου
να με δένουν στο χώμα.
Κ’ έχω ξεχάσει να βαδίζω.
Σκύβω πάνω απ’ το χάος
της ψυχής σου
γεμάτος δέος.
Τ’ άστρα συγκρούονται
στους βυθούς των ματιών σου
κ’ οι μάχες των θεών
ματώνουν τα σπλάχνα σου.
Πώς να πλάσω την πυρκαϊά σου
σε ψυχρή προτομή νηνεμίας;
Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό,
μα εσύ μούδειξες
τα βάθη της θάλασσας
με τις νεκρές πολιτείες
με τα λησμονημένα δάση
με τους πνιγμένους θορύβους
Και τώρα ο ουρανός βυθίστηκε
-πληγωμένος γλάρος-
μέσα στη θάλασσα.
Το χέρι μου που σούχτιζα
γεφύρι της αβύσσου
γκρεμίστηκε.
Κοίταξε με,
πόσο γυμνός και πόσο αθώος
κείτομαι εμπρός σου.
Κρυώνω, αδελφή μου.
Ποιος θα μας φέρει πια τον ήλιο
να ζεστάνουμε τα χέρια μας;
Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι.
Κανείς δεν περνά
στο νύχτιο δρόμο.
Τ’ άστρα ναυάγησαν
στα σκουριασμένα μάτια
του μαδημένου αετού
που ταλαντεύεται στο χείλος
των σκοτεινών επάλξεων.
Τα δεμένα σου χέρια
φράζουν την έξοδο.
Μόνο η φωνή σου περιτρέχει
τους διαδρόμους της νύχτας
χτυπώντας το μακρύ της ξίφος
πάνω στις πλάκες.

ΠΗΓΗ https://tipota3.blogspot.gr/2013/07/28-1937-1936-23-tanea.html

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

ΉΕΛΤΙΟΣ- ΔΙΑΝΟΗΣΗ 20ος ΑΙΏΝΑΣ


Σε ό,τι ακούσω,
ακούω συχνά νάρχεται σαν απόηχος
η σιωπή
από έναν κόσμο που γκρεμίζεται,  
από μια ύπαρξη ζωντανή που την πελεκούν
και την πριονίζουν μεθοδικά σαν τη βελανιδιά
κα ξαφνικά  μ’ ένα τρίξιμο σωριάζεται
και πέφτει πλαταγίζοντας 
στου βάραθρου το στόμα.
Βαρύτητα
Θρυμματισμένα γυαλιά
Βρυγμός και τρυγμός οδόντων
Στον αγρό του κόσμου.
Και δεν έχεις τόπο να σταθείς.

''Σώσε μας Αγάπη’'.


10-3-2017

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΗΕΛΤΙΟΣ- ΓΥΝΑΙΚΑ

Στην ερημιά του κόσμου
της λεύκας σαλεύουν τα φύλλα
απ΄την πνοή σου
κι όπου σταθείς
την ύπαρξη πάνω απ' τα πράγματα
αποκαλύπτεις 
και το θαύμα κομίζεις
και το μυστήριο
στο έναστρο στερέωμα.
Ανασαίνει πάνω απ΄τα ρόδα
η ψυχή μου 
την παρουσία σου
κι ευωδιάζει στην άβυσσο
το αυγινό φως 
από το γιασεμί.
8-3-2017

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2017

Θέλω να βγω στον ήλιο...Δημήτρης Ζερβουδάκης...



Στίχοι: Αλέξανδρος Στεφόπουλος
Μουσική - ερμηνεία: Δημήτρης Ζερβουδάκης


Θ αφήσω τις δουλειές και τις αναβολές
Θα πάρω τη ζωή μου να πάω στις εξοχές
Στα καθαρά νερά, σε ρέματα βαθιά 
Θ ανοίξω τα φτερά μου πάν 'απ'τη θάλασσα

Θα πάρω τον καιρό σα βήμα τυχερό 
Χειμώνες καλοκαίρια με βλέμμα καθαρό
Μη με ρωτάς που ζεις για να ρθεις να με βρεις
Τα σύνορα του κόσμου μονάχη να διαβείς


Κουράστηκε η ψυχή μου ελπίδες να μετρά
Να βλέπει τα καράβια κρυμμένη στη στεριά
Θέλω να βγω στον ήλιο, στο φλογισμένο φως
Στο γέλιο των ανόμων, αθώος και μικρός


Θα γίνω του νερού μια στάλα ουρανού
Που χάνεται στο κύμα μ' απόκληρο τον νου
Θα γίνω στον καιρό ένα πουλί μικρό
Της Άνοιξης τα χείλη γλυκά να τα φιλώ

Στην άλλη τη μεριά βουίζουν τα παιδιά 
Μελίσσι που γεννάει το γέλιο στην καρδιά
Όταν θα βγούμε εκεί με σώμα και ψυχή
Πιασμένοι χέρι, χέρι σ' ατέλειωτη γιορτή .

CD:Στα χαμηλά και στα ψηλά..(2007)